E-Lawyer

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ - ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΑΡΧΩΝ - ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009

Ανθρώπινα δικαιώματα και συντηρητικό ακροατήριο

Παρατηρώ ότι ένας σταθερός αντίλογος που αναπτύσσεται από το συντηρητικό ακροατήριο είναι ότι η αξίωση για χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας θα σημάνει τον “αποχριστιανισμό της κοινωνίας μας” ή θα αποστερήσει τους Χριστιανούς Ορθόδοξους από το δικαιωμά τους να πιστεύουν ή να δηλώνουν ελεύθερα την πίστη τους. Λίγες μέρες πριν, κάποιος είχε απαντήσει σε μια τοποθέτησή μου για την δημόσια διαβούλευση, ότι δεν χρειάζονται τέτοιες διαδικασίες, αφού η κοινωνία ούτως ή άλλως κυβερνά μέσα από τους αιρετούς εκπροσώπους της. Συγκεκριμένα, ο σχολιαστής αναφέρει: 

"Έχετε σκεφτεί μήπως ο νομικιστικού τύπου διαχωρισμός Πολιτείας-πολίτη σε ένα δημοκρατικό καθεστώς είναι ιδεολογικά παράλογος και ότι η μόνη διαφορά δημόσιας-κοινοβουλετικής διαβούλευσης είναι γραφειοκρατικού (μη ουσιαστικού) χαρακτήρα;"


Υπάρχει δηλαδή θεμελιώδης σύγχυση: ότι η κοινωνία ταυτίζεται με το Κράτος. Ότι όλοι είμαστε εξουσία, αφού είμαστε Έλληνες και ζούμε στην Ελληνική Δημοκρατία. Σύμφωνα με το ίδιο δόγμα, για να παραμείνουμε στην εξουσία θα πρέπει να καταλάβουν οι μειοψηφίες (οι μη - Έλληνες, οι μη-Χριστιανοί Ορθόδοξοι, και άλλα πολλά “μη”) ότι είναι “φιλοξενούμενες” και οφείλουν να δείχνουν σεβασμό στις επιλογές της πλειοψηφίας, η οποία απλώς τις ανέχεται. 


Αυτή η σύγχυση της ταύτισης της κοινωνίας με το Κράτος καλλιεργείται κι από πολιτικά κόμματα, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά. 


Είναι προφανές ότι απευθύνονται σε ένα κοινό, το οποίο δεν έχει διδαχθεί Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος και δεν έχει κάνει μια στοιχειώδη ανάγνωση του Συντάγματος. 


Το Σύνταγμα, λοιπόν, το ζήτησε ο λαός από τον βασιλέα του το 1843, ακριβώς επειδή είναι άλλο πράγμα ο λαός κι άλλο πράγμα το Κράτος. Το Σύνταγμα το ζήτησε ο λαός για να διευκρινιστεί ποιες εξουσίες έχει το Κράτος και ποια δικαιώματα έχουν οι πολίτες. Διότι είναι σαφές ότι οι εξουσίες του Κράτους – το οποίο έχει στα χέρια του όλες τις δυνατότητες επιβολής στους εξουσιαζόμενους- δεν θα βρίσκονται πάντα σε συμφωνία με τα ατομικά έννομα συμφέροντα του κάθε πολίτη. Πάρτε για παράδειγμα την απαλλοτρίωση οικοπέδων: αν ο πολίτης ταυτιζόταν με το Κράτος ή θα έπρεπε να παραχωρήσει δωρεάν το σπίτι του για να γίνει δρόμος (και να μείνει άστεγος) ή δεν θα γινόταν δημόσιο έργο στην έκταση που το απαιτούσε ο σχεδιασμός του. Με το Σύνταγμα τα συμφέροντα εξισορροπούνται: ο δικαστής ορίζει το τίμημα που το Κράτος θα καταβάλλει στον πολίτη. 


Τα ατομικά δικαιώματα είναι εξουσίες του ατόμου έναντι του Κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι κατοχυρώνονται μέσα από το Σύνταγμα – το οποίο δεν αλλάζει με τις κατά καιρούς πλειοψηφικές τάσεις, αλλά με δυσκίνητες και χρονοβόρες διαδικασίες που εγγυώνται την ευρύτατη συναίνεση στην μεταβολή του- κι όχι μέσα από τους κοινούς νόμους. Είναι χαζό το επιχείρημα που λέγεται: “ας κάνουμε ένα δημοψήφισμα και θα δείτε ποιοι θέλουν τους σταυρούς στα σχολεία”. Μα, δεν είναι θέμα πλειοψηφίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αφορούν ούτε τους πολλούς, ούτε τους λίγους: αφορούν καθέναν ατομικά. Γι' αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να αφορά μόνο τους πολιτικούς, οι οποίοι άγονται και φέρονται από τις πρόσκαιρες πλειοψηφίες που καθορίζουν την εκλογή τους ή μη. Είναι υπόθεση που αφορά διακρατικούς νομοθέτες, χωρίς άμεσο φόβο του πολιτικού κόστους και είναι υπόθεση που αφορά δικαστές, οι οποίοι επίσης δεν είναι αιρετοί. Eίναι υπόθεση που αφορά μη κυβερνητικές οργανώσεις, την Κοινωνία των Πολιτών που δεν νοιάζεται για πολιτικό κόστος. Αυτή είναι η διαφορά του “κράτους δικαίου” από την “αρχή της πλειοψηφίας”. Και τα δύο όμως είναι συνιστώσες της δημοκρατίας. Δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία μόνο με δικαιοκρατικούς θεσμούς (που δεν εκφράζουν την πλειοψηφία) αλλά  δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία και μόνο με βάση τις πλειοψηφίες, διότι αυτές καταπνίγουν την ατομικότητα και την αυταξία της ανθρώπινης μονάδας. 


Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αποτελεί ένα από τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζει το Σύνταγμα της Ελλάδας ήδη από την πρώτη του έκδοση. Η ιστορική συγκυρία ήταν γνωστή: ο κορμός του λαού ανήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η ανεξιθρησκεία αποτελούσε αίτημα ήδη  έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια όμως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, εκτός από  φορέας συλλογικής ενάσκησης ανθρώπινου δικαιώματος, έλαβε νομική θέση στην δημόσια ζωής της χώρας, μέσα από την κατοχύρωσή της ως φορέας του Κράτους. Έτσι έχουμε το νομικό παράδοξο ενός συλλογικού φορέα ανθρώπινου δικαιώματος, ο οποίος ταυτόχρονα αποτελεί και εξουσιαστικό παράγοντα και λειτουργικό μέτοχο δημοσίου δικαίου αρμοδιοτήτων. Έτσι η Εκκλησία απολαμβάνει τις δυνατότητες τόσο ενός κρατικού οργανισμού, όσο και ενός φορέα ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το βέβαιο είναι ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την κοινωνία. Διότι ακόμη και με εκκλησιαστικούς όρους, υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε “κληρικούς” και “λαϊκούς”. Επιπλέον μέσα στην κοινωνία δεν υπάρχει μόνο το ποίμνιο της Εκκλησίας, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πολίτες, οι οποίοι μπορεί να είναι πιστοί άλλων δογμάτων ή θρησκειών ή να είναι άθρησκοι. 


Παρ' όλο που η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κρατικός οργανισμός, το Κράτος έχει σίγουρα την υποχρέωση να υλοποιεί την δέσμευση του άρθρου 13 του Συντάγματος, δηλαδή να επιτρέπει σε κάθε πολίτη να πιστεύει σε όποιο θρήσκευμα επιλέγει ο ίδιος και να μετέχει στις λατρευτικές διαδικασίες κάθε γνωστής θρησκείας. Δηλαδή το Κράτος οφείλει να απέχει από την επιβολή ενός συγκεκριμένου θρησκεύματος, ακόμη κι αν αυτό έχει αναγνωριστεί ως το στατιστικά επικρατούν, ως η “επικρατούσα θρησκεία” που διαπιστώνεται στο άρθρο 3. Το συντηρητικό ακροατήριο υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 δεν “διαπιστώνει” απλώς, έχει κανονιστικό περιεχόμενο (δηλ. επιβάλλει). Αν ίσχυε αυτό θα σήμαινε: α) ότι  το Κράτος οφείλει να διασφαλίζει εις τους αιώνες των αιώνων ότι ο Χριστιανισμός θα παραμείνει με το ζόρι η επικρατούσα θρησκεία και ότι: β) η ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης είναι κενό γράμμα, αφού αν πληθυσμιακά ξεφεύγουμε από την “επικρατούσα” θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να επανερχόμαστε. Δεν είναι όμως αυτό το περιεχόμενο ούτε του άρθρου 3, το οποίο διαπίστωνε μια πραγματικότητα του 1975– όπως και το άρθρο 16 παρ. 2 διαπιστώνει την “πραγματικότητα” ότι στα σχολεία φοιτούν Έλληνες και γι' αυτό πρέπει να φροντίσει το κράτος για την εθνική και θρησκευτική τους συνείδηση- ούτε του άρθρου 13. Το άρθρο 3 έρχεται να κατοχυρώσει συνταγματικά την θέση ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού οργανισμού, επειδή ιστορικά εξέφραζε συλλογικά την κρατούσα θρησκεία. Όπως στο άρθρο 14 παρ. 9 εξαγγέλλεται η αρχή της διαφάνειας για να δικαιολογηθεί η (λάθος) ρύθμιση περί βασικού μετόχου.  Συνεπώς τα περί κρατούσας θρησκείας είναι  αιτιολογικά – διαπιστωτικά και το κανονιστικό περιεχόμενο βρίσκεται στην κατοχύρωση της Εκκλησίας ως δημόσιου οργανισμού. 


 Επομένως, το Κράτος οφείλει να διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο θα είναι σεβαστή η ελεύθερη λατρεία κάθε θρησκεύματος και σαφώς προκειμένου να ικανοποιήσει αυτή την συνταγματική υποχρέωση, το περιβάλλον αυτό θα πρέπει να είναι διαμορφωμένο ανάλογα και με τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς. Δηλαδή η διαμόρφωση του κατάλληλου περιβάλλοντος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την έκταση των πραγματικών αναγκών. 


Αυτή η παραδοχή όμως, η οποία βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, δεν μπορεί να φτάνει στην εξωλατρευτική προώθηση της επικρατούσας ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας στο πλαίσιο της εκπλήρωσης συνταγματικών υποχρεώσεων του Κράτους. Το ότι οι περισσότεροι που βρίσκονται στην Ελλάδα μάλλον είναι χριστιανοί δεν σημαίνει ότι θα πρέπει το Κράτος να εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι επιθυμούν κι όλας την υπόμνηση των θρησκευτικών τους υποχρεώσεων ανά πάσα στιγμή. Η απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από αίθουσες διδασκαλίας και από δημόσιες υπηρεσίες δεν ισοδυναμεί με παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας των πιστών Χρισιτανών, οι οποίοι θα πρέπει να αναζητήσουν την ενάσκηση της λατρείας στο πλαίσιο των αφιερωμένων σε αυτήν χώρων ή και στο πλαίσιο της ιδιωτικής τους ζωής.


Το συντηρητικό ακροατήριο ισχυρίζεται ότι οι απομακρύνσεις θρησκευτικών συμβόλων από την εκπαιδευτική διαδικασία έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική υποχρέωση της δημόσιας δωρεάν παιδείας  για ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων  (άρθρο 16 παρ. 2 Συντάγματος). Εκτός του ότι στις σχολικές αίθουσες της Ελλάδας δεν υπάρχουν πλέον μόνο Έλληνες (όπως γράφει το Σύναγμα του 1975), αλλά και πολίτες άλλων εθνοτικών καταγωγών και άλλων χωρών, η συνταγματική επιταγή δεν υποχρεώνει φυσικά το Κράτος να γίνει ο χριστιανικός πνευματικός πατέρας των μαθητών, ούτε η έννοια της “θρησκευτικής συνείδησης” ταυτίζεται με την ιδιότητα του καλού χριστιανού. Το Σύνταγμα σε αυτή την προγραμματικής φύσης διάταξή του,  ότι τα παιδιά πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έχει το φαινόμενο της θρησκείας στην ζωή του ανθρώπου, δεν επιβάλλει ότι οι μαθητές πρέπει να καταστούν ποίμνιο. Το Σύνταγμα δεν ταυτίζει το ρόλο του σχολείου με το ρόλο της Εκκλησίας. 


Έπειτα το συντηρητικό ακροατήριο ισχυρίζεται ότι στερείται δικών του δικαιωμάτων από την απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Εμμένει ότι η μειοψηφία και οι αξιώσεις της για θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, αποστερεί από τους Χριστιανούς Ορθόδοξους ένα κεκτημένο: το χριστιανικό ιστορικό υπόβαθρο της Ελληνικής κοινωνίας και τις παραδόσεις της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα. Υποστηρίζει ότι ως πλειοψηφία, δεν νοείται να παραβιάζονται τα δικαιώματά του επειδή το ζητούν μεμονωμένοι πολίτες ή μικρότερες θρησκευτικές ομάδες ή και τρίτοι όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Οι διαφορετικοί έχουν υποχρέωση, σύμφωνα με την άκρα δεξιά, να ανέχονται ότι είναι φιλοξενουμενοι (ακόμη κι αν είναι γηγενείς) σε μια χριστιανική χώρα.  Είναι όμως όντως παραβίαση των δικαιωμάτων του χριστιανικού πληθυσμού η αφαίρεση των συμβόλων από τις διαδικασίες δημοσίου δικαίου; Ασκείται κάποιο ανθρώπινο  δικαίωμα μέσα από την ανάρτηση του σταυρού στα σχολεία ή στα δικαστήρια; Είναι προφανές πως, όχι. Το δικαίωμα της λατρείας ασκείται θετικά μέσα από συγκεκριμένες τελετές της γνωστής θρησκείας, μέσα από την ελευθερία της ομολογίας, την ύπαρξη ναών και υποδομών για την ενάσκηση των θρησκευτικών υποχρεώσεων κάθε ατόμου. Δεν ασκείται μέσα στα σχολεία, δεν ασκείται μέσα στα δικαστήρια. 


Αλλά ούτε η αφαίρεση των συμβόλων αποστερεί τους φορείς του δικαιώματος από την απόλαυση ενός περιβάλλοντος ανάπτυξης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων: δεν ισοδυναμεί με γκρέμισμα ναών ή επιβολής απαγορεύσεων στην ελευθερία της έκφρασης.  Είναι αντίστοιχο με την αφαίρεση του υποχρεωτικού πεδίου για την δήλωση του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες: δεν αποτελεί δικαίωμα του καθενός το τι θα γράφει ένα δημόσιο έγγραφο. Αποτελεί ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, η οποία αποφασίζει κυριαρχικά για το περιεχόμενό του. Ο πιστός μπορεί να ομολογήσει την πίστη του το πλαίσιο της ελευθεριας της έκφρασης και της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία προφανώς και δεν περιλαμβάνει τα δημόσια μητρώα που πρέπει να περιέχουν κατά το δυνατό ελάχιστα δεδομένα. 


Ορισμένα μέλη του συντηρητικού ακροατηρίου το πάνε πιο πέρα: αφού τα σχολεία και  τα δικαστήρια δεν είναι τόποι θρησκευτικής λατρείας, γιατί οι μειοψηφίες ζητάνε τη αφαίρεση των συμβόλων επικαλούμενες την ελευθερίας της θρησκευτικής τους συνείδησης; Μα επειδή η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης έχει κυρίως αμυντικό περιεχόμενο: το κράτος οφείλει να διαμορφώνει ένα περιβάλλον για την ανάπτυξη όλων των θρησκευμάτων (θετικό περιεχόμενο) αλλά πιο πριν οφείλει να απέχει από την επιβολή ενός συγκεκριμένου θρησκεύματος σε διαδικασίες υποχρεωτικές για όλους τους πολίτες (αμυντικό περιεχόμενο). Η παρουσία του σταυρού στα δικαστήρια και τα σχολεία  δεν αποτελεί μεν “υποχρεωτικό εκκλησιασμό” (πρακτική που ακόμη συνεχίζεται στο στρατό), συνιστά όμως επιβολή θέασης ενός συγκεκριμένου συμβόλου με τεράστια συνειδησιακή επιρροή στους κρίνοντες ως προς την τοποθέτηση του κρινόμενου. Η σταθερά ενός συμβόλου μέσα στον χώρο, αποτελεί αναπόφευκτα μέτρο σύγκρισης συμπεριφοράς ως προς την αποδοχή ή μη αποδοχή του συμβόλου. Έτσι, ο καλός μαθητής είναι ο καλος χριστιανός και ο αξιόπιστος μάρτυρας είναι αυτός που ορκίζεται στο ιερό ευαγγέλιο όχι αυτός που το αποφεύγει, επικαλούμενος το αόριστο μέγεθος της τιμής και της υπόληψής του. Επίσης η μετάνοια ενός χριστιανού κατηγορούμενου και η προφορική ενδεχομένως επίκληση του θεού κατά την απολογία του, αυτομάτως τον τοποθετεί σε ευθυγράμμιση με το τυχόν υφιστάμενο σύμβολο. Όλα αυτά τα συνειδησιακά προβλήματα επιλύονται με μια κίνηση: με την αφαίρεσή των συμβόλων από τις υποχρεωτικές διαδικασίες και την αφαίρεση γενικά κάθε κριτηρίου το οποίο μπορεί να αποτελέσει αφορμή για διακρίσεις με βάση τις προκαταλήψεις του κρίνοντος. 


Η επιστροφή των εικόνων από τα σχολεία και τα δικαστήρια στις εκκλησίες και τα εικονοστάσια δεν συνιστά “αποχριστιανισμό” της κοινωνίας, αφού δεν αφορά την κοινωνία, αλλά το Κράτος. Δεν αφορά τους φορείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά την εξουσία. 



Η αποκαθήλωση αυτή είναι αναγκαία γιατί απελευθερώνει την κοινωνία από συγχύσεις και οδηγεί τους πολίτες που αναζητούν αξίες στα μέρη όπου  αυτές καλλιεργούνται: η δικαιοσύνη στα δικαστήρια, η εκπαίδευση στα σχολεία, η λατρεία στους ναούς. 


Απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από δικαστικές αίθουσες

Πριν λίγες ημέρες υποστήριξα ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση για την απομάκρυνση του σταυρού από τις σχολικές αίθουσες επιδέχεται γενικότερης εφαρμογής, καθώς το ΕΔΔΑ αναφέρει στην αιτιολογία του ότι η θρησκευτική ελευθερία αναπτύσσεται έναντι του Κράτους σε όλες τις διαδικασίες στις οποίες το άτομο έχει σχέση εξάρτησης, δηλαδή όταν δεν έχει επιλογή. Έτσι, η νομολογία αυτή δεν αφορά μόνο τα σχολεία, αλλά και κάθε άλλη δημόσια υπηρεσία. Η νομολογία αυτή αφορά και τις αίθουσες των δικαστηρίων.

Χθες μου δόθηκε η δυνατότητα να υποστηρίξω αυτή την άποψη σε ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο: μία διάδικος που δεν είναι χριστιανή μου ζήτησε να την εκπροσωπήσω στο αίτημά της για απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων, αισθανόμενη ότι η δίκαιη αντιμετώπισή της από το Δικαστήριο διακυβευόταν μεταξύ άλλων και για λόγους συνειδησιακής ετερότητας. Μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια: επρόκειτο για διαδικασία διόρθωσης πρακτικών απόφασης, για την οποία είχε ήδη ζητηθεί η διόρθωση μία φορά, αλλά η απόφαση δεν είχε ακόμη διορθωθεί.
Πρέπει να σημειώσω ότι η αντίδραση του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα θετική. Ούτε απαξίωση, ούτε ξάφνιασμα, ούτε φωνές από το ακροατήριο, όπως είχα ακούσει ότι είχε συμβεί σε άλλες υποθέσεις που αφορούν την θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα. Θυμάμαι σε ένα βιβλίο του ο καθηγητής μου Ν. Αλιβιζάτος ανέφερε πως όταν υπερασπίστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες κάποιος από το κοινό τον πλησίασε στη δίκη και του είπε κάτι σαν "δεν είσαι Έλληνας εσυ;". Οι εφέτες μας χθες αντιμετώπισαν με την σοβαρότητα που επιβάλλεται το συγκεκριμένο αίτημα, επιφυλασσόμενοι να μελετήσουν την νομολογία που τους προσκομίσαμε όπως και έκαναν.
Η πρόταση του κ. εισαγγελέα ήταν αρνητική, με επίκληση στο άρθρο 3 και την "επικρατούσα θρησκεία". Την αντέκρουσα με ευκολία, γιατί αποτελεί κοινό τόπο σε όλα τα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου ότι η αναφορά του Συντάγματος σε "επικρατούσα θρησκεία" αποτελεί μια ιστορική διάπίστωση του συνταγματικού νομοθέτη του 1975 χωρίς κανένα απολύτως κανονιστικό περιεχόμενο. Κανονιστικές είναι οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 3. Εν προκειμένω εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 13 του Συντάγματος για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και, φυσικά, το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση διακρίσεων για λόγους θρησκεύματος) σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 (δίκαιη δίκη) και το άρθρο 9 (ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης). Εκεί εστίασα και την ανάπτυξή μου.
Θυμήθηκα επίσης και εξέθεσα στο Δικαστήριο μια ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία: από την ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες θίγονται και οι ίδιοι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, οι οποίοι επιλέγουν ως τόπο θρησκευτικής λατρείας του ιερούς ναούς και πολλοί από αυτούς όταν προσέρχονται σε Δικαστήρια αρνούνται να δώσουν θρησκευτικό όρκο επειδή ακολουθούν την σχετική εντολή περί άκρως προσεκτικής χρήσης του όρκου. Συγγενικό μου πρόσωπο βαθύτατα θρησκευόμενο μου έχει εξομολογηθεί ότι θίγεται από την εικόνα της Παναγίας στο Πρωτοδικείο επειδή θεωρεί ότι δεν έχει καμία θέση ένα ιερό σύμβολο σε αίθουσες όπου εκτυλίσσονται διαδικασίες αμφιλεγόμενες κατά την χριστιανική ηθική. Υπάρχουν λοιπόν και αυτοί οι συμπολίτες μας, εκτός από τους αλλόθρησκους και τους άθρησκους, οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό θίγονται από αυτές τις διαδικασίες.
Ανεξάρτητα από το που πιστεύει καθένας, το θρησκευτικό συναίσθημα βρίσκεται στα έγκατα της ύπαρξης και αποτελεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα για όλους: είτε πρόκειται για αυτούς που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία είτε όχι. Το γεγονός ότι υπάρχει επικρατούσα θρησκεία (η οποία εν πολλοίς ταυτίζεται με μια εξουσιαστική κατάσταση στην Ελλάδα) δεν σημαίνει ότι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν έχουν ανθρώπινο δικαίωμα να γίνεται σεβαστό το δικό τους θρήσκευμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να υποστηρίξει την έκφραση του ανθρώπινου δικαιώματος που συλλογικά εκπροσωπεί σε ένα βαθμό και να αναγνωρίσει ότι ο ρόλος της δεν πρέπει και δεν μπορεί πια να είναι ο ρόλος της εξουσίας, αλλά ο ρόλος του φορέα άσκησης ενός ανθρώπινου δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Όπως και όλες οι υπόλοιπες Εκκλησίες, όπως και όλες οι υπόλοιπες θρησκευτικές πεποιθήσεις που έχει κάθε άνθρωπος. Πραγματικά απορώ που η Ορθόδοξη Εκκλησία σε κάποιες περιπτώσεις αντιλαμβάνεται τα ανθρώπινα δικαιώματα ως εχθρούς, αντί να αντιληφθεί ότι βάσει του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ προστατεύεται και η ίδια ως συλλογικότητα.
Το Δικαστήριο ύστερα από μελέτη της απόφασης Lautsi αναγνώρισε ότι πρέπει να γίνουν οι σχετικές αλλαγές, αλλά δεν πήρε βέβαια το ρίσκο να αποκαθηλώσει για 5 λεπτά που θα κρατούσε η δίκη την εικόνα του Χριστού. Αδυνατώ να αντιληφθώ το λόγο για τον οποίο το Εφετείο αρνείται να υποβάλλει σε έλεγχο συνταγματικότητας και έλεγχο συμβατότητας με την (αυξημένης τυπικής ισχύος) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γιατί χρειάζεται να περιμένουν οι Δικαστές τον νομοθέτη; Δεν είναι πλέον υποχρεωμένοι από το Σύνταγμα να προβαίνουν σε έλεγχο συνταγματικότητας κάθε διοικητικής πρακτικής; Κι αν όχι τότε ποιο το νόημα της αυξημένης τυπικής ισχύος του συντάγματος και του διεθνούς δικαίου;
Το Δικαστήριο υπέπεσε σε ένα απαράδεκτο ατόπημα επίσης, όπως καταγράφεται και από το ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ. Ενώ έκανε δεκτή την εκπροσώπηση της αιτούσας από συνήγορο, στη συνέχεια αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματος επί τη βάση ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα για να υποστηρίξει το αίτημά της. Πρόκειται για ακύρωση του δικαιώματος του διαδίκου να παρίσταται τελικά με συνήγορο. Η αιτούσα σαφώς και παρίστατο δικονομικά δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου κι αλίμονο αν κάθε φορά απαιτείτο η φυσική παρουσία όποιου επικαλείται παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος. Αλίμονο αν έπρεπε όλοι αυτοί οι χιλιάδες κρατούμενοι που προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να πρέπει να πάνε οι ίδιοι στο Στρασβούργο για να υποστηρίξουν τα δικαιώματά τους. Μια εξαιρετικά άσχημη στιγμή του Εφετείου Αθηνών.
Διαβάζω σήμερα σχόλια ιερωμένων που προκαλούν απορία. "Αρνούμαι να μου στερούν το δικαίωμα να πιστεύω και να υπερασπίζομαι αυτό που πιστεύω" αναφέρει ένας Μητροπολίτης στην Απογευματινή. Δεσμεύομαι δημόσια να αναλάβω την υπεράσπιση του συγκεκριμένου Μητροπολίτη και όποιου άλλου όντως στερηθεί το δικαίωμα του να πιστεύει και να υποστηρίζει αυτό που πιστεύει. Αλλά όπως γνωρίζουμε, ουδείς αφαίρεσε στις συγκεκριμένες υποθέσεις το δικαίωμα άλλου να πιστεύει. Τα δικαστήρια και τα σχολεία δεν είναι τόποι θρησκευτικής λατρείας. Είναι τόποι απονομής θετής Δικαιοσύνης (όχι θείας δίκης) τα μεν, και τόποι εκπαίδευσης τα δε. Το ότι τα σχολεία έχουν στην Ελλάδα συνταγματική υποχρέωση από το άρθρο 16 παρ. 2 να μεριμνούν για την θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων, δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει στα σχολεία να κατηχούν τα παιδιά με βάση συγκεκριμένο δόγμα και σε κάθε περίπτωση΄θα πρέπει να γίνονται σεβαστές οι απόψεις των γονέων τους αλλά και των ίδιων των παιδιών.
Το Κράτος δεν δικαιούται να θρησκεύεται, επαναλαμβάνει ορθά ο καθηγητής μου κ. Σταθόπουλος στην Απογευματινή. Διότι το κράτος δεν είναι φορέας ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι ο φορέας της δημόσιας εξουσίας. Η οποία πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των φορέων των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Για την ιστορία, ούτε και πάλι διορθώθηκε η απόφαση και η υπόθεση πήρε αναβολή ως προς την ουσία της!

Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009

Επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ άτομα

Αριστερά βλέπουμε ένα σημερινό πρωτοσέλιδο που συνοψίζει την είδηση στην διατύπωση "η πανούργα τρανσέξουαλ κατέστρεψε το παιδί μας". Τι καταλαβαίνουμε από αυτό; H είδηση λοιπόν είναι ότι η "δράστης" είναι τρανσέξουαλ - αλλιώς δεν θα απασχολούσε ούτε καν την Espresso. Διότι δεν έχουμε δει βεβαίως πρωτοσέλιδο "ετεροφυλόφιλος δολοφόνος σκότωσε τρανσέξουαλ". 

Προ μηνών ένας κρατικός λειτουργός, ο Μητροπολίτης Πειραιώς δήλωσε: "Οι συζητήσεις που γίνονται για σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλοφίλων και άλλων τέτοιων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων νομίζω ότι είναι τόσο παρανοϊκές που μόνο άνθρωποι που στερούνται τον κοινό νου μπορούν να τα εισηγούνται και να τα σκέπτονται. Το εξομοιώνω με το να έρθει η πολιτεία και να περιβάλει με νομικό κύρος κάθε ψυχοσωματική και ψυχοπαθολογική εκτροπή. Με αυτό το σκεπτικό θα μπορούσαν να ζητήσουν τη νομιμοποίηση του σαδομαζοχισμού, της ουρολαγνείας, της κοπρολαγνείας, της παιδοφιλίας, της νεκροφιλίας και δεν ξέρω ποιας άλλης ανισορροπίας και ψυχασθένειας, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή".

Θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει ότι η δήλωση αυτή είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη, επειδή η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχοπαθολογική κατάσταση και έχει αφαιρεθεί εδώ και δεκαετίες από αυτή την ταξινόμηση της ιατρικής επιστήμης. Αλλά δεν το έκανε κανείς. Υπήρξε η δικαιολογημένα οργισμένη απάντηση από τον Λύο Καλοβυρνά, στην οποία ο Μητροπολίτης αντέδρασε με αγωγή προσβολής προσωπικότητας, η οποία εκδικάζεται εντός ολίγων ημερών. Διακινδυνεύνοτας μια πρόβλεψη, νομίζω ότι  Καλοβυρνάς θα κερδίσει τη δίκη, επειδή βρισκόταν σε δικαιολογημένη αγανάκτηση που ακολούθησε την ιδιαίτερα σκληρή δήλωση του Μητροπολίτη. Η δικαιολογημένη αγανάκτηση αποτελεί λόγο νόμιμης ατιμωρησίας σε περιπτώσεις εξύβρισης. [Όπως περίπου και η νόμιμη άμυνα]. Εκτός αν θεωρηθεί ότι η οργισμένη απάντηση στον Μητροπολίτη δεν αποτελούσε "άμυνα", επειδή ο Μητροπολίτης δεν επιτέθηκε προσωπικά εναντίον του Καλοβυρνά, αλλά εναντίον γενικά των ομοφυλόφιλων. Οπότε εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ πρόσωπα. Διότι η επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας θα προσέφερε ασφάλεια δικαίου σε μια υπόθεση όπως αυτή: δεν θα αναζητούσαμε το αν ο Λύο υπέστη επίθεση ως μη κατονομαζόμενο μέλος μιας ομάδας, επειδή θα το έλεγε ξεκάθαρα ο νόμος. 

Υπάρχουν πολλοί που σπεύδουν να θεωρήσουν τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως ομιλητή ενός συγκεκριμένου ποιμνίου, στο οποίο έχει κάθε δικαίωμα να απευθύνεται χρησιμοποιώντας όποιους χαρακτηρισμούς θέλει. Αυτό θα ίσχυε, εν μέρει, εάν ο μητροπολίτης Πειραιώς δεν ήταν ταυτόχρονα και δημόσιος λειτουργός: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογήσει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί όταν ασκούν την ελευθερία της έκφρασης έχουν καθήκον να αποφεύγουν δηλώσεις που μπορεί να οδηγήσουν τους υφισταμένους τους ή τους αποδέκτες των κηρυγμάτων τους σε πράξεις που οδηγούν σε αθέμιτες διακρίσεις. Στην υπόθεση Μπατσκόφσκι, το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Πολωνία επειδή ο δήμαρχος έκανε ορισμένες ομοφοβικές δηλώσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα οι δημοτικοί υπάλληλοι να απαγορεύσουν το gay pride. Διότι η ελευθερία της έκφρασης, εκτός από ανθρώπινο δικαίωμα, όταν ασκείται από κρατικούς λειτουργούς, συνιστά μορφή ενάσκησης δημόσιας εξουσίας. Και η δημόσια εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, ανέλεγκτη ή απεριόριστη, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία. Απεριόριστη εξουσία = ολοκληρωτισμός.

Αλλά ακόμη κι αν δεν ήταν δημόσιος λειτουργός, η μεγάλη προβολή που είχε η συγκεκριμένη δήλωση του εν λόγω προσώπου, έχει ως αποτέλεσμα την εξουσιαστική καλλιέργεια μίσους ενάντια στον διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μίσος δεν αποτελεί από μόνο του εγκληματική πράξη. Υπάρχουν σήμερα νέοι οι οποίοι αυτοκτονούν επειδή είναι ΛΟΑΤ ακριβώς λόγω του κλιματος που συντηρείται κυριαρχικά με τέτοιες δηλώσεις. Υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι βιαιοπραγούν εναντίον ΛΟΑΤ, παίρνοντας θάρρος από δηλώσεις όπως αυτές. Yπάρχουν τρανσέξουαλ στην σύγχρονη Ελλάδα που πεθαίνουν από ασιτία, επειδή κανένας θεσμός και κανένας άνθρωπος δεν θα περιθάλψει έναν ηλικιωμένο που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Διότι αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν στην πράξη (και στον νόμο) όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι όλοι είμαστε ίσοι. Υπάρχουν πολλοί -πάρα πολλοί- που ξεκινούν από το -1 όσον αφορά τον σεβασμό τους ως ανθρώπων. Αυτή την παραδοχή ορισμένοι την θεωρούν ρατσιστική. Όπως η Κατερίνα Παπακώστα που είπε το καλοκαίρι στη Βουλή ότι είναι ρατσιστικό να επεκταθεί και στα ομόφυλα ζευγάρια το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης επειδή δήθεν έτσι εισάγουμε διακριτική μεταχείριση! Δηλαδή ο νόμος που έρχεται να άρει μια διάκριση, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι αυτή υφίσταται στην πράξη, θεωρείται ρατσιστικός! Πρόκειται για μια ψευτοφιλελεύθερη ρητορική ("δεν χρειαζόμαστε ειδική νομοθεσία αφού κατά το Σύνταγμα όλοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα") η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα - και καμία σχέση με την νομική επιστήμη. 

Ας δούμε τι λέει η Έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ για την ομοφοβία στην Ελλάδα: 

"Toυλάχιστον 6 παράγοντες μπορούν να επισημανθούν:
α) ο κυρίαρχος ρόλος της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελληνική κοινωνία και η καθαρά ομοφοβική στάση της
β) η macho και ομοφοβική συμπεριφορά της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών
γ) η αρνητική παρουσίαση από τα μέσα ενημέρωσης
δ) ο ρόλος της αστυνομίας
ε) η απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία και 
στ) η άρνηση όλων των κυβερνήσεων στα αιτήματα των ΛΟΑΤ για σχετική νομοθεσία"

Από αυτά, τα (α), (β) και (γ) εκδηλώνονται μέσα από τον λόγο μίσους που καλλιεργείται από την Εκκλησία και τα κηρύγματα των λειτουργών τους,  από τους πολιτικούς  με τις ομιλίες τους, από τα μέσα ενημέρωσης με τα αρνητικά στερεότυπα και τις καρικατούρες.

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (ε) είναι θέμα του Υπουργείου Παιδείας και δεν μπορεί να επηρεάσει την υπόλοιπη κοινωνία, ο ρόλος της αστυνομίας (δ) είναι ένα ζήτημα εκπαίδευσης των αστυνομικών αλλά και επιβολής πειθαρχικών μέτρων σε ομοφοβικές συμπεριφορές και η νομοθεσία (στ)  είναι ένα γενικότερο θέμα που διατρέχει όλα τα παραπάνω. 

Στην ίδια Έκθεση [σελ. 22] επισημαίνεται ότι ο αντιρατσιστικός νόμος 927/1979 δεν περιλαμβάνει ως ποινικό αδίκημα την προσβολή της τιμής προσώπου ή ομάδας λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του. Επίσης αναφέρεται ότι τα κηρύγματα μίσους δεν καταλαμβάνονται από το Ν.3304/2005 (ο οποίος περιορίζεται στην παρενόχληση σε συγκεκριμένα πεδία όπως η εργασία), αλλά και ότι η ομοφοβία δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα στα αδικήματα του ποινικού κώδικα (κάτι το οποίο άλλαξε τον επόμενο χρόνο -η Έκθεση είναι του 2007- με την προσθήκη ως επιβαρυντικής περίστασης το μίσος λόγω διαφορετικού γενετήσιο προσανατολισμού του θύματος στο άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα).

Υπάρχει μόνο το προεδρικό διάταγμα 77/2003, το οποίο περιλαμβάνει κανόνες για τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και στο οποίο περιλαμβάνεται σχετική απαγόρευση:

Άρθρο 4

Δυσμενείς διακρίσεις

1. Δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο ο οποίος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να ενθαρρύνει, τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους από μέρος του κοινού βάσει ιδίως του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της ιδεολογίας, της ηλικίας, της ασθένειας ή αναπηρίας, του γενετήσιου

προσανατολισμού ή του επαγγέλματος.


2. Δεν επιτρέπεται η προβολή μειωτικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών ή σεξιστικών μηνυμάτων και χαρακτηρισμών καθώς και μισαλλόδοξων θέσεων και γενικά δεν πρέπει να θίγονται εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες και άλλες ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες.


Ωστόσο, οι απαγορεύσεις που περιέχονται σε αυτό το προεδρικό διάταγμα οδηγούν μόνο σε κυρώσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και αφορούν μόνο τις ενημερωτικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Δεν οδηγούν σε ποινικές κυρώσεις από τα Δικαστήρια (ώστε να μπορεί κάποιος να τις επικαλεστεί ο ίδιος ενώπιον τις Δικαιοσύνης) και δεν αφορούν άλλου είδους μέσα ενημέρωσης, όπως λ.χ. τις εφημερίδες, τα περιοδικά και κάθε μεμονωμένο πολιτικό ή δημόσιο λειτουργό ή δημοσιογράφο που μπορεί να προβεί σε μια ομοφοβική δήλωση. 


Αναπτύσσεται ο αντίλογος μήπως η ποινικοποίηση του ομοφοβικού λόγου προσκρούει στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα οικουμενικό, καθολικό, ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο δεν κατοχυρώνεται όμως ως "ανεπιφύλακτο", δηλαδή απόλυτο (χωρίς περιορισμούς). Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα προβλέπει ότι η ελευθερία της έκφρασης συνεπάγεται "ειδικά καθήκοντα και ευθύνες" και επιδέχεται νομοθετικούς περιορισμούς για τον σεβασμό της "υπόληψης των άλλων". 



Άρθρο 19

1. Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.

2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του.

3. Η άσκηση των δικαιωμάτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, συνεπάγεται ειδικά καθήκοντα και ευθύνες. Μπορεί, επομένως, να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως πρέπει να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι: 

α. Για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων

β. Για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.


Όμοια και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:


’Αρθρo 10 -  Ελευθερία έκφρασης


1. Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα εις τηv ελευθερίαv εκφράσεως. Τo δικαίωµα τoύτo περιλαµβάvει τηv ελευθερίαv γvώµης ως και τηv ελευθερίαv λήψεως ή µεταδόσεως πληρoφoριώv ή ιδεώv, άvευ επεµβάσεως δηµoσίωv αρχώv και ασχέτως συvόρωv. Τo παρόv άρθρov δεv κωλύει τα Κράτη από τoυ vα υπoβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιoφωvίας, κιvηµατoγράφoυ ή τηλεoράσεως εις καvovισµoύςεκδόσεως αδειώv λειτoυργίας.


2. Η άσκησις τωv ελευθεριώv τoύτωv, συvεπαγoµέvωv καθήκovτα και ευθύvας δύvαται vα υπαχθή εις ωρισµέvας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµέvoυς υπό τoυ vόµoυ και απoτελoύvτας αvαγκαία µέτρα εv δηµoκρατική κoιvωvία δια τηv εθvικήv ασφάλειαv, τηv εδαφικήv ακεραιότηταv ή δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και πρόληψιv τoυ εγκλήµατoς, τηv πρoστασίαv της υπoλήψεως ή τωv δικαιωµάτωv τωv τρίτωv, τηv παρεµπόδισιv της κoιvoλoγήσεως εµπιστευτικώv πληρonoριώv ή τηv διασφάλσισιv τoυ κύρoυς και αµερoληψίας της δικαστικής εξoυσίας.


Ας δούμε και το Ελληνικό Σύνταγμα:


Άρθρο 5Α, δικαίωμα πληροφόρησης 



Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων. [...]


Άρθρο 14, ελευθερία του τύπου


1. Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Kράτους. [...]


Άρθρο 25, περιορισμοί


[...] Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. [...]



 Η ποινικοποίηση της ομοφοβικής ρητορικής αποτελεί λοιπόν έναν περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, ο οποίος  είναι αποδεκτός από το διεθνές και το συνταγματικό δίκαιο, επειδή κατατείνει στην προστασία άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα σεβασμού του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου. 

Οι εξουσίες που χρησιμοποιούν την ελευθερία της έκφρασης (εκκλησία, πολιτικοί, media) και οι οποίες βρίσκονται προφανώς σε πλεονεκτική θέση έναντι των ίδιων των ατόμων, όσον αφορά την πραγματική τους ισχύ και την επιβολή τους στην κοινωνία, δεν νομιμοποιούνται λοιπόν να παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο όνομα του δικού τους "δικαιώματος έκφρασης".  Η νομοθεσία που περιορίζει τις εξουσίες από την ασυδοσία τους επί των ατόμων είναι η πραγματικά φιλελεύθερη νομοθεσία, γιατί απελευθερώνει το άτομο από τα δεσμά που του επιβάλλονται από τα πάνω και του δίνει το μέσο να αντιδράσει και να διεκδικήσει το δίκιο του, όσο ισχυρός κι αν είναι ο αντίδικός του. 


Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Οι καταδικαστικές αποφάσεις είναι ευαίσθητα δεδομένα

Τις τελευταίες ημέρες το δικαστικό ρεπορτάζ απασχολούν ποινικές υποθέσεις και πρωτοβάθμιες καταδίκες σε πολύκροτες υποθέσεις, πράγμα που επαναφέρει το διάλογο για την δημοσιοποίηση ονομάτων των κατηγορουμένων και για το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο παραδόξως εξακολουθεί να αμφισβητείται, αν και αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα κατοχυρωμένο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση

Πρώτ' απ΄όλα, οι ποινικές καταδίκες αποτελούν ειδική κατηγορία προσωπικών πληροφοριών, υπαγόμενες στα "ευαίσθητα δεδομένα", τόσο βάσει του ελληνικού δικαίου (άρθρο 2 Ν.2472/1997) όσο και βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (άρθρο 6), η οποία έχει κυρωθεί με τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Τα "ευαίσθητα δεδομένα" όμως, δεν ισοδυναμούν με απόλυτα απαραβίαστο απόρρητο. Απλώς ο νομοθέτης τα υπάγει σε αυξημένη νομική προστασία, η οποία επιτρέπει πάντως την υπό όρους δημοσιοποίησή τους. Ειδικά για τις ποινικές διώξεις και καταδίκες, ο νόμος προβλέπει ότι επιτρέπεται η δημοσιοποίησή τους, μόνο όμως με διάταξη του Εισαγγελέα και μόνο εφόσον η δημοσιοποίηση αποσκοπεί στην προστασία γενικότερων αγαθών που σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον. Η σχετική διάταξη (άρθρο 2 β Ν.2472) αναφέρει χαρακτηριστικά:

"Ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων."

Κάθε αλλη πρωτοβουλία δημοσιοποίησης, χωρίς την εν λόγω εισαγγελική διάταξη, συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων, καθώς καταστρατηγεί την ειδική προστασία που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης σε σχέση με την ροή αυτών των πληροφοριών.

Ακόμη όμως κι αυτή η διάταξη αμφισβητείται ως προς την συνταγματικότητά της, διότι επιτρέπει την δημοσιοποίηση ποινικών διώξεων ή καταδικών, ακόμη κι όταν οι καταδίκες δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες. Το τεκμήριο της αθωότητας προστατεύει το άτομο για όσο διατηρεί την ιδιότητα του κατηγορουμένου κι αυτό εκτείνεται μέχρι την τυχόν αμετάκλητη ποινική καταδίκη του. Δηλαδή οι πρωτοβάθμιες καταδίκες δεν κάμπτουν (άνευ ετέρου) το τεκμήριο της αθωότητας, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε έχει ασκήσει έφεση και αυτή δεν έχει εκδικαστεί. Σημειωτέον ότι παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας σημαίνει και παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η χώρα μένει έκθετη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ύστερα από τυχόν προσφυγή του θιγόμενου. 

Γι' αυτό εναντίον αυτής της διάταξης έχει αναπτυχθεί σοβαρός αντίλογος  από έγκριτους νομικούς (βλ. λ.χ. δήλωση του Δ.Παξινού προέδρου ΔΣΑ, άρθρο Ν.Φραγκάκη πρώην μέλους ΑΠΔΠΧ). 

Εξάλλου, κατά την Σύσταση R 15 (87) της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ανακοίνωση σε ιδιώτες των προσωπικών δεδομένων που βρίσκονται σε αστυνομικά αρχεία, αν δεν υπάρχει συγκατάθεση, επιτρέπεται μόνον για να αποτραπεί σοβαρός και άμεσος κίνδυνος κι όχι μια γενική κι αόριστη "πραγμάτωση της αξίωσης της πολιτείας για τον κολασμό αδικημάτων". Έτσι, η παραπάνω διάταξη που επιτρέπει την δημοσιοποίηση με εισαγγελική πράξη, θα πρέπει να τροποποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση κι επιπλέον θα πρέπει να προηγείται γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ώστε να εναρμονιστεί ο Ν.2472 προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ως προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

Ο αντίλογος σε αυτό βρίσκει θεμέλιο κυρίως στο γεγονός ότι οι ποινικές αποφάσεις απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Άλλο όμως η στιγμιαία δημόσια απαγγελία μιας ποινικής καταδίκης κι άλλο η αέναη αναπαραγωγή της στα μέσα ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο. Η γενική δημοσιοποίηση μιας ποινικής καταδίκης συνιστά μια δεύτερη, μη προβλεπόμενη από τον νομικό μας πολιτισμό, "κύρωση" η οποία στιγματίζει ανεπανόρθωτα το δράστη. Αν η Πολιτεία κρίνει μέσα από τη δικαστική διαδικασία ότι κάποιος αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, οφείλει να λάβει δραστικά και θεσμικά μέσα για την προστασία του γενικού πληθυσμού (όπως είναι η φυλάκιση) κι όχι να "παραδίδει" τον καταδικασθέντα σε δημόσιο λιθοβολισμό από την 4η εξουσία των μμε.

Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις που όντως χρειάζεται αυξημένη προστασία από ορισμένα πρόσωπα (λ.χ. όσοι έχουν διαπράξει εγκλήματα εις βάρος παιδιών) η απλή και γενική ανακοίνωση ενός ονόματος δεν προσφέρει προστασία, σε σχέση λ.χ. με την δημιουργία μιας ειδικής κι απόρρητης βάσης δεδομένων (με φωτογραφίες) στην οποία έχουν πρόσβαση μόνον οι γονείς της περιοχής που βρίσκεται εγκατεστημένος ο sexual offender. 

H διαφάνεια είναι μια αρχή που επιβάλλει την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων ισότητας και σεβασμού της ιδιωτικότητας, όπως εξάλλου και η ελευθερία της έκφρασης.  Πουθενά δεν επιτρέπεται διαφάνεια και ελεύθερη έκφραση έναντι κάθε τιμήματος. 


Βιβλίο: Για την ελευθερία της τέχνης

Για την ελευθερία της τέχνης
Δοκίμιο πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας

Ανδρέας Χ. Τάκης
Εκδόσεις Σαββάλα
2008

Σελ. 206

Πρέπει να ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι θεωρώ τον Ανδρέα Τάκη έναν από τους πιο γοητευτικούς νομικούς συγγραφείς στον τομέα της θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου. Ο θαυμασμός μου οφείλεται στο ότι επιχειρεί πάντα να καταδείξει πτυχές των θεμάτων που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος και που μπορεί τελικά να έχουν και αρνητικές όψεις, όσο κι αν όλοι ομονοούν περί του  αντιθέτου. Πέρα όμως από αυτό, ο Τάκης είναι ένας τολμηρός σκηνοθέτης της γλώσσας που δεν διστάζει να φτάσει σε άκρα, επιδιώκοντας την αισθητική αρτιότητα που δεν περιορίζεται σε στείρα  καλλιέπεια. Μιλώντας για άκρα, εννοώ την πρόσκληση σε εννοιολογικά σχήματα που πολλές φορές μπορεί να είναι δαιδαλώδη, αλλά αξίζει τον κόπο για τον αναγνώστη να βασανιστεί, επειδή εκτός από τις πρωτότυπες διαδρομές σκέψης, θα ανταμειφθεί και με την απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Έπειτα, μιλώντας και πάλι για άκρα, εννοώ την παιγνιώδη διάθεση που υπάρχει στα κείμενά του -πράγμα που ομολογεί κι ευθαρσώς μερικές φορές- και ιδίως στις ρομαντικές παρομοιώσεις του, εκπληκτικής ακρίβειας. Θυμάμαι  ένα άρθρο του (στο περιοδικό Cogito) που έλεγε ότι η ιδιωτικότητα θα πρέπει κάποτε να γίνει αντιληπτή ως κάτι πέρα από το “καμαρίνι” της δημόσιας ζωής. Άλλες φορες, το παιχνίδι του με τα άκρα μου προκαλεί  αμηχανία. Ιδίως όταν φωτίζει επικίνδυνες ερμηνείες για συνταγματικά δικαιώματα (θυμάμαι μια σχετική ανάλυσή του για τους περιορισμούς του νεοπαγούς δικαιώματος στην πληροφόρηση, του άρθρου 5Α Σ.), οι οποίες αν ακολουθηθούν μπορεί να έχουν  ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα που και ο ίδιος φροντίζει να επισημαίνει – αλλά τότε γιατί  ρισκάρει να τις δημοσιοποιήσει; Υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένω κάποια απάντηση περί της αυτοποιητικής λειτουργίας της φιλοσοφίας του δικαίου και του ρόλου της ως της “αριστεράς” της νομικής, η οποία κριτικάρει μόνο για την αξία της κριτικής. Αλλά νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν και τα επιχειρήματα του εφευρέτη της ατομικής βόμβας. 


Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, υπερθετικές αλλά και αρνητικές, αφορούν και το νέο του βιβλίο, για την ελευθερία της τέχνης.  Ένα έργο, το οποίο προσκαλεί σε μια ενδιαφέρουσα διανοητική διαδρομή για το νόημα της κατοχύρωσης της ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα και επικαιροποιεί όλη τη σχετική συζήτηση για τα όρια -τελικά- που θέτει η νομική σε ένα “σύμπαν”, στο οποίο, για πολλούς, οι νομικοί δεν έχουν καμία δουλειά, ενώ, κατ' άλλους, όλοι έχουν δικαίωμα να εκφέρουν την γνώμη τους, όπως και για την πολιτική, ως καταναλωτές και πολίτες. (Βέβαια, το “πρόβλημα” με τη γνώμη των νομικών είναι ότι μπορεί κάποτε να αποκτήσει “εκτελεστότητα”, κι αυτό είναι που ενοχλεί όλους τους υπόλοιπους. Δεν τρέχει τίποτα guys, ποτέ δεν είναι αργά για νομικές σπουδές :-Ρ ). 


Ο Τάκης ξεκινάει (και κλείνει) την μελέτη του με την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ.  1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι “η τέχνη [και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία] είναι ελεύθερες” - δηλαδή: “η τέχνη είναι ελεύθερη”. Το κόλλημα των κλασικών συνταγματολόγων είναι “γιατί δεν αναφέρει το Σύνταγμα “όπως ο νόμος ορίζει”, ώστε να έχουμε ένα κλασικό δικαίωμα όπως όλα τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαιώματα;” Ε, και μετά από αυτό το δραματικό ερώτημα  αρχίζει όλη η ατέλειωτη φιλολογία περί “ανεπιφύλακτου δικαιώματος” και περί έρευνας για τα όρια της τέχνης στις γενικές επιφυλάξεις των ατομικων δικαιωμάτων – μια συζήτηση που νομίζω ότι  κλείνει με μια απλή ανάγνωση του άρθρου 25 παρ. 1 που αναφέρει ότι όλα τα συνταγματικά δικαιώματα επιδέχονται περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιβάλλονται από το Σύνταγμα ή από νόμο και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Ο Τάκης ταυτίζει το “δέος” των νομικών απέναντι στο “ανεπιφύλακτο” δικαίωμα, με το  δέος που διακατέχει ιστορικά όλους τους πολιτισμούς για το απαραβίαστο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Αυτό το δέος ο συγγραφέας κωδικοποιεί ως  “θεολογία του ωραίου”.


Στο βιβλίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες περιγραφής που διατρέχουν ουσιαστικά την ιστορία της τέχνης όχι οριζόντια, αλλά κάθετα, μέσα από το πρίσμα αυτής της “θεολογίας του ωραίου”, δηλαδή μιας μεταφυσικής επίδρασης που ασκεί το αισθητικό φαινόμενο στους ανθρώπους (μέσα από την ίδια την θρησκεία, τα ταμπού και άλλα φροϋδικά) με αποτέλεσμα να αναγνωρίζουν στους καλλιτέχνες μία μυστηριώδη αλλά αυτονόητη “ασυλία” που θα μπορούσε να τους δικαιολογήσει τα πάντα, από την διαστροφή έως το έγκλημα. Μια φράση που συνοψίζει άρτια αυτή την περιγραφή και κορυφώνει την ειρωνία για την θεολογία του ωραίου: “Η ασυλία του καλλιτέχνη έναντι του κοινωνικού ελέγχου από το απαραβίαστο του προσώπου του φαντάζουν συνεπώς ως ένα είδος εγγύησης ότι η ιερή μανία της τέχνης θα αναβλύσει ανεμπόδιστα για άλλη μια φορά από τα ψυχικά τενάγη όπου ο Θεός, η ιστορία ή η τύχη εναπόθεσαν την μυστηριακή ουσία του κάλλους” -  είναι μεγάλος στυλίστας, θα συμφωνήσετε, υποθέτω. Ο Τάκης  χτίζοντας αριστοτεχνικά αυτή την κατασκευή της “θεολογίας του ωραίου” που οδήγησε και τον συνταγματικό νομοθέτη να προβλέψει ένα ανεπιφύλακτο δικαίωμα, αποφασίζει να απο-ιεροποιήσει αυτό το δέος, εκλογικεύοντας την διατύπωση “η τέχνη είναι ελεύθερη”, κάνοντας όμως ένα ορθογραφικό λάθος και γράφοντας την τέχνη με “Τ” κεφαλαίο. Κατά τον Τάκη, το Σύνταγμα κυριολεκτεί: η Τέχνη είναι ελεύθερη, όχι ο καλλιτέχνης! Με δικά του λόγια:


 “...θα προτείνω παρακάτω να εγκαταλείψουμε πλήρως την ιδέα του ειδικού ατομικού δικαιωματος να κάνεις τέχνη, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα εαυτούς από την κρυφή θεολογία του ωραίου, που φωλιάζει μέσα στην ιδέα αυτή και καταλήγει να καθηλώνει την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που πραγματικά μας απονέμει το δημοκρατικό μας πολίτευμα σε αδιέξοδα όσο και ψευδή διλήμματα.” (σελ. 29). 


Με λίγα λόγια, ο Τάκης λέει ότι το Σύνταγμα δεν αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως ιερά όντα, απονέμοντάς τους ένα “ειδικό” συνταγματικό δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο της τέχνης τους. Απορρίπτει αυτή την (κρατούσα) προσέγγιση ως άκρως αριστοκρατική και ως αντιδημοκρατική τελικά υπερενίσχυση της ελευθερίας της έκφρασης, φορείς της οποίας είμαστε όλοι (κι όχι μόνο οι καλλιτέχνες) , αλλά που υπάγεται και σε συγκεκριμένους περιορισμούς (“...όπως ο νόμος ορίζει”) και δεν είναι ανεπιφύλακτη όπως η Τέχνη. Διότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν τίποτε παραπάνω από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους για να αξίζουν μιας τέτοιας “ειδικής” συνταγματικής μεταχείρισης. Αντλεί μάλιστα ένα  ισχυρό επιχείρημα από το ίδιο το Σύνταγμα: στο άρθρο 14, εκτός από το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, διατυπώνεται και η αυτονομημένη ελευθερία του Τύπου (“ο Τύπος είναι ελεύθερος”, λέει το Σύνταγμα). Δηλαδή κάτω από το ατομικό δικαίωμα (υποκειμενικό δίκαιο) ακολουθεί η ρητή  κατοχύρωση του θεσμού (αντικειμενικό δίκαιο), πράγμα που δεν αντιστοιχεί βέβαια σε ένα “δικαίωμα του να τυπώνεις”, αλλά στην αυξημένη προστασία όλων των συστατικών εγγυήσεων, δικαιωμάτων, συνθηκών, θετικών και αρνητικών όρων που εξυπηρετούν την κατάσταση της ελευθεροτυπίας. Έτσι ο Τάκης υποστηρίζει ότι και για την τέχνη δεν προβλέπεται ένα “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά η ελευθερία της “ίδιας” της Τέχνης. (Λες και η τέχνη είναι κάτι αχειροποίητο ή καλύτερα “η τέχνη προσλαμβάνει εκεί τις διαστάσεις χαρακτήρα μιας ανθρωπόμορφης οντότητας ικανής να επιδέχεται κατηγορήματα που αρμόζουν μόνο σε προσωπα”.) Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις που δημιουργούνται σε έναν φλογερό υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων κάμπτονται όμως, όταν υπεισέρχεται στην ειδικότερη θεμελίωση αυτής της άκρως αιρετικής άποψης.


Λέγοντας ότι η συνταγματική περικοπή “η τέχνη είναι ελεύθερη” δεν εισάγει ατομικό δικαίωμα, ο Τάκης προσπαθεί να εξηγήσει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει μια ευρύτερη κατάσταση ελευθερίας για όλους όσοι μετέχουν του αισθητικού φαινομένου, δηλαδή ότι φορείς της ελευθεριας αυτής είναι: το κοινό, οι κριτικοί, οι ατζέντηδες, τα μουσεία και – σχεδόν χαριστικά- οι καλλιτέχνες (αλλά με την λογική του last but not least, όχι ειδικό δικαίωμα είπαμε!). Είναι αυτό που οι κλασικοί συνταγματολόγοι ονομάζουν, όσον αφορά το κοινό,  “παθητική διάσταση της ελευθερίας της τέχνης”: έχουμε δικαίωμα να δούμε μια όπερα χωρίς παρεμβάσεις (όπως η επέμβαση της ορχήστρας στο έργο της σκηνοθέτιδας) και έχουμε δικαίωμα να δούμε ακέραιο ένα βίντεο για τις φθορές του Παρθενώνα (χωρίς περικοπές των σκηνών που μπορεί να θεωρήσει ενοχλητικές το ιερατείο). Η ελευθερία της τέχνης αφορά όλους μας, όχι ειδικά τους καλλιτέχνες, αφορά μια “κοινωνική πρακτική, ένα ιδιότυπο πεδίο κοινωνικής δράσης, που το Σύνταγμα στοχεύει να διατηρήσει ελεύθερο χωρίς καμία επιφύλαξη” [σελ. 121]. Ή όπως πιο ολοκληρωμένα το θέτει ο συγγραφέας:


 “Στόχος της συνταγματικής ρύθμισης είναι η διασφάλιση όχι τόσο μιας ατομικής νομικής ευχέρειας, όσο του καθεστώτος ελευθερίας που πρέπει να διέπει το σύνολο πλέγμα των πρακτικών επικοινωνιακής διάδρασης μεταξύ του καθενός και του οιουδήποτε ή των οιωνδήποτε άλλων μελών της πολιτικής συμβίωσης”. [Σελ. 90]


Συμφωνώ απολύτως με αυτή την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, συμφωνώ απολύτως με την άρνηση ενός “αριστοκρατικού” δικαιώματος μόνο για καλλιτέχνες, αλλά δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιον λόγο θα πρέπει να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία της τέχνης, όχι μόνο για τους καλλιτέχνες, αλλά και για όλους τους άλλους. Ανησυχώ δηλαδή μήπως τελικά αυτή η ανάγνωση οδηγήσει στην υποβάθμιση της ελευθερίας της τέχνης σε ένα  συλλογικό “κοινωνικό δικαίωμα”, δηλαδή μια γενική πολιτικής υφής αξίωση έναντι της πολιτείας προς παροχή πρόσβασης στην τέχνη, χωρίς “αγώγιμη” λειτουργία, χωρίς δηλαδή να μπορούμε να ζητήσουμε την άρση της λογοκρισίας από την Λυρική Σκηνή ή χωρίς να δικαιούμαστε – καθένας από εμάς- να δούμε το βίντεο Γαβρά χωρίς περικοπές ή τους χορευτές του Εθνικού Θεάτρου χωρίς βρακάκια επειδή το ίδιο βράδυ θα έρθει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι η θητεία του συγγραφέα ως Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη υπεύθυνου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνηγορεί (πλεονασμός;) προς το αντίθετο: ο Τάκης υπογράφει με την θεσμική του ιδιότητα το “ηρωϊκό” πόρισμα για την  έκθεση του Outlook που αναγνώρισε το δικαίωμα του κοινού να αξιώσει αιτιολόγηση για την αφαίρεση του πίνακα “Asperges me” από το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού που ήταν η εποπτεύουσα υπηρεσία. Ένα άψογο κείμενο, το οποίο επαναλήφθηκε ως σκεπτικό και στην παρέμβαση του ίδιου Βοηθού Συνηγόρου για τα γεγονότα της Ρούσαλκα στην Λυρική Σκηνή. Δηλαδή: αναγνωρίζει ότι και το κοινό κάνει χρήση της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης (στην “παθητική” της διάσταση) αξιώνοντας την άρση των λογοκριτικών επεμβάσεων. Οπότε, για ποιο λόγο να μην μιλήσουμε καθαρά και ξάστερα για ειδικό συνταγματικό δικαίωμα;


Η απάντηση που δίνει ο Τάκης είναι ότι υπάρχει η γενικότερη ελευθερία της έκφρασης που τα καλύπτει όλα αυτά και η ειδικότερη μνεία της “ανεπιφύλακτης” ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας “περιορισμός των περιορισμών” της ελευθερίας της έκφρασης. Οι “περιορισμοί των περιορισμών” έρχονται στην τρίτη φάση του ελέγχου της τήρησης ή παραβίασης ενός δικαιώματος ως εξής:   ύπαρξη ανθρώπινου δικαιώματος – επιβολή περιορισμού – περιορισμός του περιορισμού. Για να δώσω ένα σχηματικό παράδειγμα:


1) ελευθερία έκφρασης: κυκλοφορία ενός ημερολογίου με γυμνά μοντέλα (συνταγματικό δικαίωμα)

2) εισαγγελική απαγόρευση κυκλοφορίας  του ημερολογίου ως “ασέμνου”  (περιορισμός του συνταγματικού δικαιώματος)

3) δικαστική άρση της απαγόρευσης επειδή πρόκειται για έργο τέχνης κι όχι για πορνογράφημα (περιορισμος του περιορισμού) – άρα επαναφορά στον κανόνα (1) ότι έχουμε ενάσκηση ελευθερίας έκφρασης που δεν επιδέχεται περιορισμό.


Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, στην οποία δεν θα διαφωνήσει κανείς, αλλά αφορά κατά κύριο λόγο την ενεργητική περίπτωση της ελευθερίας της τέχνης και ιδίως τον ίδιο τον καλλιτέχνη ή τον διανομέα του έργου, τους οποίους έχουμε φροντίσει εκ των προτέρων να απογυμνώσουμε από “ειδικά” συνταγματικά δικαιώματα. Έπειτα, ο Τάκης μιλώντας για “περιορισμό των περιορισμών” όσον αφορά την ελευθερία της τέχνης δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα. Απλώς προσπαθεί να θεμελιώσει θεωρητικά κάτι που ήδη βρίσκεται κατοχυρωμένο προ πολλού στο άρθρο 367 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα: δεν εμπίπτουν στην έννοια της εξύβρισης ή της δυσφήμησης οι δυσμενείς κρίσεις για καλλιτεχνικές εργασίες και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις (μην βιάζεστε: εκτός αν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις έχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν προκύπτει σκοπός εξύβρισης - “σχετικός” περιορισμός των περιορισμών). Φυσικά το 367 δεν έχει εφαρμογή σε άλλες κατηγορίες εγκλημάτων (λ.χ. ρατσιστικός λόγος) κι εκεί η  συνταγματική θεμελίωση που επιχειρεί ο Τάκης γνωρίζει ιδιαίτερη πρακτική αξία. 


Ο συγγραφέας τυποποιεί όμως ακόμα περισσότερο την ιδέα του ανεπιφύλακτου ως “περιορισμού των περιορισμών”, εισάγοντας το “τεκμήριο του αβλαβούς της τέχνης”. Δηλαδή ουσιαστικά ένα “τεκμήριο αθωότητας”: όποιος μετέχει της ελευθερίας της τέχνης, κατ' αρχήν  δεν έχει κακή προαίρεση, άρα δεν πρέπει εξ αρχής να θεωρείται ως ύποπτος για κακά πράγματα, επειδή κάνει τέχνη. Επειδή η τέχνη είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σπορ (βλ. διαρκής κίνδυνος λογοκρισίας ή παροχικής μονομέρειας εκ μέρους της διοίκησης) , ενώ η ίδια δεν αποτελεί -κατ' αρχήν- και τόσο πρόσφορο μέσο για να θίξει τα δικαιώματα των άλλων, ας θεωρήσουμε ότι η τέχνη ως αυτοσκοπός είναι κατ' αρχήν αθώα. Φυσικά, το κατασκεύασμα αυτό οριοθετείται (“το τεκμήριο του αβλαβούς δεν μπορεί παρά να είναι πάντα μαχητο” [σελ. 166]) για να μην έχουμε τίποτα προσκρούσεις με άλλα δικαιώματα (βλ. δικαστική προστασία 20 παρ. 1 Σ). Μια γροθιά στα πλευρά του “απαραβίαστου” και μια επαναφορά – από την πίσω πόρτα- της “θεολογίας του ωραίου”: αν καθιερώσουμε τέτοια τεκμήρια, σε τι διαφοροποιούμαστε από τις θεωρίες περί απαραβίαστου του προσώπου του καλλιτέχνη και περί “ασύλου”; Δεν καλύπτεται άραγε ο καλλιτέχνης από το γενικό τεκμήριο της αθωότητας που ισχύει για όλους; Όχι, διότι το θέμα μας εδώ δεν είναι ο καλλιτέχνης, αλλά η “Τέχνη”!


 Όλη αυτή η ανάπτυξη περί “αβλαβούς” της τέχνης, είναι εξόχως προβληματική. Είναι σαν να λέμε ότι συνολικά η έκφραση είναι εξ αρχής “αβλαβής”, αναπαράγοντας την νεοσυντηρητική προσέγγιση περί του ότι δήθεν ο “λόγος” δεν αποτελεί “πράξη”, άρα δεν μπορούν τα εγκλήματα που τελούνται μυϊκά (κλοπή, φόνος, βιασμός κλπ) να ανήκουν στην ίδια νομική κατηγορία με τα εγκλήματα που τελούνται με λόγο (απάτη, απειλή, προσβολές τιμής, ρατσιστικός λόγος). Πρόκειται φυσικά περί σοβαρής στρέβλωσης της έννοιας της “πράξης” όπως αυτή χρησιμοποιείται στο ποινικό δίκαιο (βλ. επ' αυτού, μερικές σκέψεις για τη λειτουργία του αντιρατσιστικού Ν.927/1979 εδώ).


Τελικά ενώ ο συγγραφέας προσφέρει μία όμορφη στοχαστική διαδρομή, αποδομώντας ορισμένα δεδομένα, καταλήγει πρακτικά στα ίδια συμπεράσματα με όσα υποστηρίζει και η παραδοσιακή θεωρία του συνταγματικού δικαίου, δίνοντας όμως και ορισμένα επιχειρήματα σε όσους μπορεί να έρθουν αύριο και να πουν ότι δεν υπάρχει “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά μόνο “η ελευθερία της Τέχνης”. Δεν θέλω να γίνομαι Κασσάνδρα, αλλά πρόσφατα διαβάσαμε σε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο της επικοινωνίας δεν μπορεί να περιλαμβάνει την τέλεση εξύβρισης και άλλων αδικημάτων, ενώ το σωστό είναι ότι σαφώς και τα περιλαμβάνει εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να ορίσει ποια είναι τα “ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα” που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου από δικαστική αρχή. Δεν κατανοώ για ποιο λόγο να υποστηρίζει κανείς όλη αυτή τη θεωρητική κατασκευή του ότι “δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα στην Τέχνη”, ενώ στην ουσία καταλήγει ότι ο φορέας αυτού του δικαιώματος δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά τελικά και το ίδιο το κοινό που μετέχει στην διαδικασία παραγωγής και κοινώνησης της τέχνης. Ούτε θεωρώ ότι, με όρους ασφάλειας δικαίου, αρκεί η γενική κατοχύρωση της ελευθερίας της έκφρασης, γιατί είδαμε ότι και στην ΕΣΔΑ δεν υπάρχει μια ειδική αναφορά στην Τέχνη, ενώ θα ήταν πολύ χρήσιμη για την αποφυγή της εξαιρετικά αρνητικής νομολογιας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μνημονεύει και ο Τάκης στο βιβλίο του (με αποκορύφωμα βέβαια την “Δίκη του Λεπέν”). 


Πέρα όμως από αυτές τις διαφωνίες, θεωρώ ότι το μεγάλο  κενό του βιβλίου είναι ακριβώς η σχέση  του κοινού ως φορέα της ελευθερίας της τέχνης,  με  την χρήση των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας  στο Διαδίκτυο και το πως τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην ψηφιακή εποχή. Πριν σπεύσει κάποιος να πει ότι αυτό είναι ένα ειδικό ζήτημα, θα επιμείνω ότι αν σήμερα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης, ιδίως από την πλευρά του κοινού, έχει κάποια πρακτική αξία  είναι ακριβώς η συνταγματική ανα-οριοθέτηση των δικαιωμάτων πνεματικής ιδιοκτησίας και της σχέσης του κοινού με τον πνευματικό δημιουργό. Επίσης: η τριτενέργεια των δικαιωμάτων του κοινού σε σχέση με  τον παράγωγό. Εκεί έχει νόημα η συζήτηση περί της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης σήμερα και αυτό ο συγγραφέας το αποσιώπησε. Όχι μόνο στο βιβλίο του, αλλά και όταν του δόθηκε η δυνατότητα ως Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη να λάβει θέση για την αστεία δημόσια διαβούλευση του Ο.Π.Ι. περί “πειρατείας” στο Διαδίκτυο, όπου του δόθηκαν 5-6 διαφορετικές νομικές δυνατότητες για να παρεμβει, αλλά επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από μία μυωπικά στενόκαρδη ερμηνεία των δικονομικών δυνατοτήτων του κοινού για έλεγχο της δημόσιας διαβούλευσης ως διαδικασίας ενάσκησης (μη;) δημόσιας εξουσίας. Η αμετακίνητη στάση του Βοηθού Συνηγόρου στην συγκεκριμένη υπόθεση θεωρώ ότι ήταν εξίσου ανεξήγητη με την εμμονή του περί μη υπάρξεως δικαιώματος στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Είχε τη δυνατότητα να εκφράσει  την αντίθεσή του στην τυχόν εισήγηση  ενός “νόμου Σαρκοζί” και το απέφυγε, όπως και στο βιβλίο του. 


Έτσι είναι όμως οι επίμονοι, εικονοπλάστες και εικονοκλάστες συγγραφείς που αντιμετωπίζουν το θέμα τους ως πίνακα του Ντελακρουά:


“...πλάθω με τη φαντασία μου μια νοερή εικονα της Τέχνης ως ανθρωπόμορφης και, φυσικά, θηλυκού γένους χαρίεσσας οντότητας να δέχεται μαζί με τις άλλες, περισσότερο αυστηρές αυτές, θηλυκές μορφές της Επιστήμης και της Διδασκαλίας την υπόσχεση της Δημοκρατίας ή του Λαού για ανεπιφύλακτη ελευθερία...” [σελ. 185]


Μου θυμίζει τον εαυτό μου, όταν οραματίζομαι την Διαφάνεια να ξεμαλλιάζεται με την Ιδιωτικότητα. 


Αθεράπευτα ρομαντικός, αλλά  μας χάρισε ένα βιβλίο που -με όλες τις αντιρρήσεις που μπορεί να διατυπώσει κανείς- δεν δικαιούται να το προσπεράσει ο σύγχρονος δημόσιος διάλογος και στοχασμός για την πολιτική και συνταγματική θεωρία περί ελευθερίας της τέχνης. 



Τετάρτη, Νοέμβριος 04, 2009

Νέο σύστημα κατάθεσης αγωγών στο Πρωτοδικείο Αθήνας

Αυτή την εβδομάδα έπρεπε να καταθέσω έναν όγκο αγωγών στο Πρωτοδικείο Αθήνας, πράγμα το οποίο πάντα απαιτεί υπομονή και αντοχή στην ορθοστασία. Το σύστημα κατάθεσης αγωγής περιλαμβάνει δύο στάδια: στο πρώτο στάδιο οι δικαστές προσδιορίζουν την ημερομηνία της δικασίμου και τον αριθμό πινακίου και στο δεύτερο στάδιο οι γραμματείς καταχωρούν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές την αγωγή, συντάσσουν την πράξη κατάθεσης, κρατούν ένα πρωτότυπο και (αναλόγως) αντίγραφα και χορηγούν αντίγραφα της πράξης κατάθεσης στους δικηγόρους για τα αντίγραφα των αγωγών που θα επιδόσουν. Υπάρχει κι ένα τρίτο στάδιο: σφράγιση με την σφραγίδα του Πρωτοδικείου όλων των σελίδων του κάθε αντιγράφου της αγωγής, μια διαδικασία που αποτελεί αρμοδιότητα των γραμματέων, αλλά επειδή όλοι θέλουμε να τελειώσουμε πιο γρήγορα κι επειδή οι γραμματείς είναι απελπιστικά λίγοι - λίγες, κάνουμε την ανάγκη φιλοτιμία εμείς οι δικηγόροι και σφραγίζουμε μόνοι μας τα αριστουργήματά μας.

Την Δευτέρα που πήγα να καταθέσω τις αγωγές ήρθα σε επαφή με το νέο σύστημα: έχουν τοποθετηθεί ηλεκτρονικοί πίνακες σε κάθε θυρίδα της γραμματείας και κάθε δικηγόρος λαμβάνει ένα χαρτάκι (όπως αυτά στις Τράπεζες και στα σούπερ μάρκετ) αναμένοντας στην σειρά του. Τέθηκε μάλιστα κι ένας περιορισμός: μόνο 300 αγωγές κάθε μέρα (σε κάθε γραμματεία εννοείται: δηλ. 300 για την τακτική διαδικασία, 300 για τις ειδικές διαδικασίες Μονομελούς Πρωτοδικείου. Στο πολυμελές και τα ασφαλιστικά δεν έχω δει τι γίνεται). 

Την ώρα που έφτασα την Δευτέρα, το μόνο που μπόρεσα να πράξω ήταν να αναμένω στην ουρά για τον προσδιορισμό των ημερομηνιών δικασίμου (εκεί δεν χρειάζεται χαρτάκι). Εδώ κάνω μια παρένθεση: οι αγωγές μου αφορούσαν προστασία προσωπικών δεδομένων και υποθέσεις  παραβιάσεων ελευθερίας της έκφρασης εκ μέρους μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο νόμος λέει ότι για τέτοιες υποθέσεις ακολουθούνται ειδικές διαδικασίες που λαμβάνουν σύντομες δικασίμους (λ.χ. για τα μμε ο νόμος λέει ότι δικάζονται σε ένα μήνα!) πράγμα που προϋποθέτει δημιουργία ειδικού πινακίου. Το πινάκιο αυτό υπάρχει για τις υποθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (διαφορές άνω των 80.000 ευρώ), αλλά οι δικές μου υποθέσεις ήταν όλες για χαμηλότερα ποσά και γι' αυτό έπρεπε να καταθέσω στο Μονομελές. Όπου δεν υπήρχε ειδικό πινάκιο κι έτσι μπήκαν κανονικά στη μεγάλη χοάνη της τακτικής διαδικασία, για την οποία πήραμε δικάσιμο στα τέλη του 2011. Επανέρχομαι στο θέμα του νέου συστήματος.

Πρέπει λοιπόν να έχεις προλάβει να πάρεις ένα από τα 300 μαγικά χαρτάκια. Οπότε προσδιόρισα τις αγωγές την μία ημέρα και τις κατέθεσα την επόμενη, έχοντας φροντίσει να πάω πρωι - πρωι και πριν ανοίξει η γραμματεία (στις 9.00) για να φροντίσω να πάρω όσα χαρτάκια χρειαζόμουν. Έμεινα έκπληκτος όταν είδα ότι ήδη στις 8.30 περίπου 40 άτομα είχαν κάνει ουρά έξω από την κλειστή πόρτα της γραμματείας για να πάρουν χαρτάκι! Οπότε στην διαδικασία της κατάθεσης αγωγής προστίθεται άλλη μία ουρά αναμονής και όπως φαίνεται αν κάποιος έχει πολλές αγωγές δεν φτάνει μία ημέρα. Άκουσα παράπονα συναδέλφων ότι αναγκάστηκαν να έρθουν στην Ευελπίδων 3 φορές για να καταθέσουν μία αγωγή. Άκουσα πάρα πολλές γκρίνιες ότι τελικά τα 300 νούμερα δεν είναι αληθινός αριθμός, διότι η γραμματεία κλείνει στις 13.00 κι ότι έτσι δεν προλαβαίνεις να κάνεις δουλειά.

Είναι προφανώς κάποιου είδος φίλτρου κατά της υπέρμετρης δικομανίας, αλλά και για να μπει μια μετρήσιμη τάξη στην ροή των κατατιθέμενων αγωγών. Επιδέχεται όμως αρκετών βελτιώσεων και κυρίως: για να λειτουργήσει σωστά αυτό το σύστημα χρειάζεται διπλάσιος αριθμός γραμματέων. Διαφορετικά, αν είναι να περνάμε από τέτοια ταλαιπωρία, θα πρέπει να αυξηθούν και οι δικηγορικές αμοιβές για την σύνταξη και κατάθεση δικογράφου. 

Φαντάσου τώρα να είσαι ασκούμενος με όλο αυτό το χάλι και να είσαι υποχρεωμένος να τρως όλη τη μέρα σου από τις 9.00 μέχρι τις 13.00 στις ουρές για την κατάθεση των δικογράφων. Ούτε δικόγραφο δεν προλαβαίνεις να μάθεις πως γράφεται, ούτε δίκη να παρακολουθήσεις, ούτε τίποτα.

Συνεπώς, ημίμετρα. Πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων όπως λέει το νέο σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αυτή είναι η μόνη λύση για να αποφύγουμε αυτό το χάλι. 


Τρίτη, Νοέμβριος 03, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: όχι σταυροί στις σχολικές αίθουσες


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε σήμερα μια από τις αποφάσεις που αλλάζουν τον κόσμο. Στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, κρίθηκε ότι η ύπαρξη του θρησκευτικού συμβόλου του σταυρού σε σχολικές αίθουσες διδασκαλίας αποτελεί παραβίαση δύο ανθρώπινων δικαιωμάτων: του δικαιώματος στην εκπαίδευση και του δικαιώματος στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Στην δίκη άσκησε εκ τρίτου παρέμβαση με υπόμνημά του και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, υπέρ της προσφεύγουσας. 

Το πλήρες κείμενο της απόφασης διατίθεται στα γαλλικά, ενώ υπάρχει αναρτημένο κι ένα αναλυτικό δελτίο τύπου στα αγγλικά

Η προσφεύγουσα, κ. Lautsi είναι ιταλίδα και το 2001-2002 τα δύο παιδιά της παρακολουθούσαν μαθήματα σ' ένα δημόσιο σχολείο της Ιταλίας. Σε όλες τις τάξεις υπήρχε στον τοίχο ο σταυρός. Η προσφεύγουσα θεώρησε ότι αυτό ήταν αντίθετο με την αρχή της ουδετερότητας με την οποία επιθυμούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της. Ενημέρωσε το σχολείο για την θέση της, αναφερόμενη σε μια αρεοπαγητική απόφαση του 200 κατά την οποία κρίθηκε ότι η ύπαρξη του σταυρού στα εκλογικά κέντρα ήταν αντίθετη στην αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Τον Μάη του 2002 το διοικητικό συμβούλιο του σχολείου αποφάσισε ότι οι σταυροί θα παραμείνουν στις αίθουσες διδασκαλίας. Στη συνέχεια το Υπουργείο Κρατικής Παιδείας έστειλε μια σχετική εγκύκλιο σε όλους τους διευθυντές σχολείων.

Τον Ιούλιο του 2002 η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση του σχολείου στο Διοικητικό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι παραβίαζε τις συνταγματικές αρχές της ουδετερότητας και ανεξαρτησίας των κρατικών αρχών σε θρησκευτικά θέματα. Το Υπουργείο Κρατικής Παιδείας που προσήλθε ως διάδικος υπογράμμισε ότι η υπάρχουσα κατάσταση ήταν υποχρεωτική λόγω βασιλικών διαταγμάτων του 1924 και 1928. Το 2004 το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ώστε να εξεταστεί η συνταγματικότητα της παρουσίας των σταυρών στις σχολικές αίθουσες. Στο Συνταγματικό Δικαστήριο, η Κυβέρνηση είπε ότι αυτή η απεικόνιση (του σταυρού) είναι φυσιολογική, καθώς ο σταυρός δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό σύμβολο αλλά επίσης η "σημαία" της μόνης Εκκλησίας που μνημονεύεται στο Σύνταγμα (δηλ. της Καθολικής Εκκλησίας), ένα σύμβολο του Ιταλικού Κράτους. Το Δεκέμβρη του 2004 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία για την υπόθεση με τη λογική ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν κανονιστική κι όχι νομοθετική. Η υπόθεση επανήλθε στο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο τελικά απέρριψε την προσφυγή της αιτούσας. Έκρινε ότι ο σταυρός ήταν σύμβολο της Ιταλικής ιστορίας και πολιτισμού, άρα και της ιταλικής ταυτότητας και ότι συμβολίζει τις αρχές της ισότητας, ελευθερίας και ανεκτικότητας, όπως επίσης και την ουδετερότητα του Κράτους. Το 2006 η προσφυγή απορρίφθηκε κι από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι ο σταυρός αποτελεί μια από τις αρχές της ουδετερότητας του Ιταλικού Συντάγματος και αντιπροσωπεύει τις αξίες της αστικής ζωής. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα κατέθεσε την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ατόμου.

Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι κατέθεσε παρατηρήσεις ως εκ τρίτου παρεμβαίνον. Το ΕΠΣΕ υπογραμμίζει ότι ο σταυρός δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα θρησκευτικό σύμβολο κι ότι η έκθεσή του στις σχολικές αίθουσες επιβάλλει τον θεσμικό σεβασμό αυτού του συμβόλου. Επικαλούμενο τις κατευθυντήριες αρχές του συμβουλίου εμπειρογνωμόνων του ΟΑΣΕ για το θέμα, το ΕΠΣΕ υποστηρίζει ότι ο σταυρός στις σχολικές αίθουσες συνιστά επιλεκτική προβολή μιας θρησκείας, εις βάρος όλων των άλλων. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες εύκολα εκλαμβάνεται από τους μαθητές όλων των ηλικών ως ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο τους επιβάλλεται μέσα από την επίσημη εκπαίδευση. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύει τους θρησκευόμενους μαθητές, αλλά και να προκαλεί απέχθεια στους μαθητές που ακολουθούν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, ιδιαίτερα εκείνοι που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες. Η ελευθερία του να μην ακολουθείς κάποια θρησκεία (περιλαμβανόμενη στην θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ) δεν αφορά μόνο την θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά περιλαμβάνει όλες τις πρακτικέ/ς και τα σύμβολα που εκφράζουν μία πίστη, μια θρησκεία ή την αθεϊα. Αυτή η ελευθερία αξίζει ιδιαίτερης προστασίας, όταν το ίδιο το Κράτος προωθεί μια συγκεκριμένη θρησκεία σε μέρη και διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν ή δεν θα μπορούσαν να το κάνουν χωρίς υπέρμετρο κόπο και θυσία


Σε αυτές τις τελευταίες γραμμές βρίσκεται το πνεύμα αλλαγής που φέρνει αυτή η απόφαση: έξω τα θρησκευτικά σύμβολα που χρησιμοποιεί το κράτος από όλες τις διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά  καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπη να αφαιρέσουν τα θρησκευτικά σύμβολα όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα δικαστήρια, τις δημόσιες υπηρεσίες, τον στρατό, τις ορκωμοσίες δημόσιων λειτουργών  και όλες τις περιστάσεις της δημόσιας ζωής στις οποίες οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά ενθαρρύνει τους πολίτες ατομικά αλλά και με τη δράση τους στο πλαίσιο μη κυβερνητικών οργανώσεων, να διεκδικήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα που απο την δεκαετία του 1950 θεσπίστηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Επίτροπος Ανθρώπινων Δικαιωμάτων: οι Υπηρεσίες Πληροφοριών πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η τήρηση του απορρήτου των υπηρεσιών πληροφοριών δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για συγκάλυψη παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων

[02/11/09] Με μεγάλη καθυστέρηση παίρνουμε μαθήματα από τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων που ακολούθησαν τον "πόλεμο κατά της τρομοκρατίας" που κήρυξαν οι ΗΠΑ μετά τον Σεπτέμβρη του 2001. Ενώ λεπτομερείς πληροφορίες για συστηματικά  βασανιστήρια, μυστικές κρατήσεις προσώπων και άλλες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων αποκαλύπτονται, οι πολιτικές ηγεσίες παραμένουν διστακτικές στο να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Υπάρχει πιεστική ανάγκη να βελτιωθεί ο δημοκρατικός έλεγχος των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας και να ρυθμιστεί η διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ τους. 


Η τρομοκρατία είναι μια πραγματικότητα και τα κράτη πρέπει να αναζητήσουν αποτελεσματικό τρόπο να αντιμετωπίσουν αυτή την απειλή. Εντούτοις, πολλά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι παράνομα κι αναποτελεσματικά. Αυτό ήταν το συμπέρασμα ενός διεθνούς συνεδρίου έγκριτων δικαστικών και νομικών που διεξήχθη από την Διεθνή Επιτροπή Νομικών, σε μια σημαντική έκθεση νωρίτερα αυτό το έτος.1

Το συνέδριο έκρινε ότι η παραβίαση των κρατών για συμμόρφωση προς τις νομικές τους υποχρεώσεις δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, στην οποία η τρομοκρτία και ο φόβος για την τρομοκρατία παραβιάζουν βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου των ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

Ένα φαινόμενο που καταγράφηκε από το συνέδριο ήταν η τάση να αποκτούν νέες εξουσίες και πηγές οι υπρεσίες πληροφοριών, χωρίς επαύξηση νομικής και πολιτικής λογοδοσίας. Αυτή η τάση έχει σημειωθεί περισσότερο μετά το 2001. 

Έχουν καθοριστεί πρότυπα, για παράδειγμα, σχετικά με την συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των πόλεμο κατά της τρομοκρατίας (2002) του Συμβουλίου της Ευρώπης, επιτρέπουν τέτοιες δραστηριότητες μόνο υπό συγκεκριμένους όρους: όταν διέπονται από νομοθετικές διατάξεις εσωτερικού δικαίου, όταν είναι αναλογικές ενόψει των σκοπών της παρέμβασης και όταν ελέγχονται και παρακολουθούνται από ανεξάρτητη αρχή. 

Οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες σήμερα έχουν οργανώσει κάποια εποπτεία για την λογοδοσία των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας και για να διασφαλίζουν ότι οι νόμοι τηρούνται και οι παραβιάσεις αποτρέπονται. Σε μερικές χώρες αυτό γίνεται από μια κοινοβουλευτική επιτροπή σε μια μόνιμη βάση ή με ειδικές έρευνες σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Σε άλες, το εποπτικό όργανο μπορεί να αποτελείται από ειδικούς με διάφορα υπόβαθρα που υπηρετούν ως επόπτες ή ελεγκτές. 

Η αποτελεσματικότητα αυτών των οργάνων εξαρτάται εν πολλοίς από τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες, το επίπεδο συνεργασίας με την κυβέρνηση και τις ίδιες τις υπηρεσίες και τις δικές τους αρμοδιότητες και πόρους. Δεσμεύονται φυσικά από κανόνες εμπιστευτικότητας που καθιστά δύσκολο να αξιολογηθεί η επιρροή και η σημασία τους. 

Εντούτοις, έχω την εντύπωση ότι πολλά κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης πρέπει να βελτιώσουν τον δημοκρατικό έλεγχο στις υπηρεσίες τους. Υπάρχουν μερικά καλά πρότυπα: η επιτροπή κοινοβουλευτικής εποπτείας της Νορβηγίας, για παράδειγμα, έχει τα μέσα να ελέγξει όλες τις καταγραφές και τα αρχεία και φαίνεται να ελέγχει ενεργά την δι-υπηρεσιακή επικοινωνία. Υπάρχουν όμως άλλες χώρες, στις οποίες τα εποπτικά όργανα φαίνεται να έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις ευαίσθητες πληροφορίες ή ακόμα και στις στρατηγικές συζητήσεις. 

Υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύφθηκαν σοβαρές ελλείψεις. Στην Σουηδία, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τις Συνταγματικές Υποθέσεις εξέτασε την υπόθεση δύο Αιγυπτίων οι οποίοι είχαν απελαθεί στην Αίγυπτο, όπου υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια - χωρίς να καταφέρει να ανακτήσει τα σχετικά περιστατικά. Μόνο από την επακολουθήσασα δημοσιογραφική έρενα έγινε γνωστό ότι αυτή η επιχείρηση έγινε σε στενή συνεργασία με την αμερικανική CIA και ότι οι απελαθέντες είχαν παραδοθεί σε πράκτορες της CIA σε Σουηδικό έδαφος. 

Σε αυτή την περίπτωση, η Σουηδική κυβέρνηση ισχυρίστηκε μετά ότι δεν ήταν εφικτό ούτε καν να ενημερωθεί η κοινοβουλευτική επιτροή, καθώς αυτο θα παρεμπόδιζε τις ενέργειες των μυστικών υπηρεσιών με την εν λόγω αλλοδαπή υπηρεσία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει το Ανώτατο Δικαστήριο από την δημοσιοποίηση ενός σημαντικού εγγράφου που θα έριχνε φως στην φύση της δι-υπηρεσιακής συνεργασίας σε μια υπόεση βασανιστηρίων, επικαλούμενη πάλι ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε ενεργήσει αρνητικά. Το ίδιο επιχείρημα ακολούθησαν άλλες κυβερνήσεις σε παρόμοιες καταστάσεις. 

Αυτό το επιχείρημα πρέπει να απαντηθεί. Αν και η διασυνοριακή συνεργασία ανάμεσα σε υπηρεσίες είναι σημαντική, αυτές οι αντιλήψεις δεν καθιστούν αποδεκτή την αποτροπή ερευνών για ενδεχόμενες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων ή εποπτείας της ανταλλαγής πληροφοριών. 

Υπάρχει ένας προφανής κίνδυνος ότι το επιχείρημα των καλών σχέσεων με μια υπηρεσία άλλης χώρας θα χρησιμοποιηθεί λάθος - από τη μια ή και τις δύο πλευρές- για να συγκαλυφθούν παράνομες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων ή άλλων καταχρήσεων.  Όταν συμβαίνουν αυτά, υπάρχει σοβαρή παραβίαση της αρχής της λογοδοσίας.

Περαιτέρω, υπάρχει ένας σοβαρός κίνδυνος ότι οι πληροφορίες που κοινοποιούνται απορρήτως μπορεί να είναι ανακριβείς αλλά χρησιμοποιούμενες, χωρίς δυνατότητα όσων στοχοποιούνται να διορθώσουν τα λάθη. Υπάρχουν περιπτώσεις τα τελευταία δύο χρόνια όπου αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές αδικίες εναντίον ατόμων και σε κάποιες περιπτώσεις έπληξε επίσης τις οικογένειες και τους φίλους τους. 

Η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις υπηρεσίες πληροφοριών έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια και τα συστήματα ελέγχου που είχαν ενεργοποιηθεί δεν έχουν αξία εάν δεν καλύπτουναυτές οι ανταλλαγές.

Χάρη στο Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα μέσα ενημέρωσης και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, έχουν αποκαλυφθεί κάποια περιστατικά για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της μυστικής συνεργασίας ανάμεσα σε υπηρεσίες. 

Αυτές οι περιπτώσεις δεν υποβαθμίζουν τον αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας. Πράγματι, ορισμένες από αυτές, αν και ενοχλητικές για μερικούς, έχουν οδηγήσει σε σοβαρή συζήτηση για το πως θα γίνει πιο αποτελεσματικός ο αγώνας, πράγμα που περιλαμβάνει την αποτροπή των παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

Ένα συμπέρασμα είναι ότι οι εξαιρέσεις από την νομοθεσία για την ελευθερία της έκφρασης που βασίζονται στην εθνική ασφάλεια θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως περιορισμένες. 

Πάντως, θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι υπάρχουν γεγονότα τα οποία δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται και πλευρές οι οποίες θα πρέπει νομίμως να παραμένουν εμπιστευτiκές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα εποπτεύοντα όργανα είναι απαραίτητα: εκπροσωπούν το δημόσιο συμφέρον και ελέγχουν τις υπηρεσίες με ένα τρόπο, ο οποίος τις καθιστά αξιόπιστες. Γι΄αυτό θα πρέπει να μπορούν επίσης να χειριστούν την ροή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών εθνικών υπηρεσιών. 

Ένα πρώτο βήμα είναι να κατοχυρωθεί ότι  η συνεργασία ανάμεσα σε υπηρεσίες επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται από το νόμο και έχουν επιτραπεί ή εποπτεύονται από κοινοβουλευτικές επιτροπές ή επιτροπές εμπειρογνωμόνων.2

Τόσο η παροχή όσο και η λήψη δεδομένων θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με ρητές συμφωνίες ανάμεσα στα μέρη. Αυτό θα πρέπει να προβλέπεται από το νόμο - όπως συμβαίνει στην Ολλανδία. Οι συμφωνίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν εγγυήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και να υποβάλλονται στα σχετικά εποπτικά όργανα. 

Η υποβολή δεδομένων θα πρέπει να γίνεται υπό τον όρο ότι πληρούνται σαφείς προϋποθέσεις. Η περαιτέρω διάθεση πληροφοριών θα πρέπει να ρυθμίζεται αυστηρά. Η χρήση πληροφοριών για σκοπούς των μυστικών υπηρεσιών δεν πρέπει να επιτρέπεται όσον αφορά, για παράδειγμα, τη μετανάστευση ή τις διαδικασίες απέλασης. 

Ο κανόνας θα πρέπει να είναι ότι οι πληροφορίες επιτρέπεται να μεταδοθούν σε αλλοδαπές υπηρεσίες εάν αυτές αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν τους ίδιους ελέγχους - συμπεριλαμβανομένων των εγγυήσεων για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων - όπως ασκείται από την υπηρεσία "πομπό". Αντίστοιχα, οι υπηρεσίες "δέκτες" θα πρέπει να ελέγχουν σοβαρά τα εισαγόμενα δεδομένα, με τη βοήθεια του εθνικού εποπτικού μηχανισμού. 

Θα ήταν πιο εύκολο για κάθε ευρωπαϊκή χώρα να συνάψει διμερείς συμφωνίες με άλλα κράτη έαν είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους τις αρχές που θα εφαρμόζονται στην δι-υπηρεσιακή συνεργασία. Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσφατα πρότεινε ένα κοινό "πρότυπο πληροφόρησης" το οποίο θα καθορίζει κριτήρια για τη συλλογή, μετάδοση και επεξεργασία πληροφοριών που έχουν συλλεχθεί για σκοπούς ασφάλειας. 3   Το Συμβούλιο της Ευρώπης προσφέρεταθι επίσης για την προώθηση αυτών των συμφωνιών. 

Ενώ υπάρχει εκτεταμένη διεθνής συνεργασία ανάμεσα στις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα εθνικά εποπτικά όργανα. Το απλό δίκτυο που έχουν συγκροτήσει πρέπει να ενισχυθεί περισσότερο. Ευτυχώς, υπάρχουν ήδη πρότυπα εθνικών μηχανισμών από τα οποία οι άλλοι μπορούν να εμπνευστούν. 

Τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να παίξουν έναν καθοριστικό ρόλο στην προώθηση τέτοιων επαφών προκειμένου να διευκολυνθεί ο καλύτερος έλεγχος στην δι-υπηρεσιακή συνεργασία. Πάνω απ' όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουν ότι η συνεργασία πρέπει να είναι σύμφωνη με τα κοινά πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Thomas Hammarberg (Ευρωπαίος Επίτροπος Ανθρώπινων Δικαιωμάτων) 

--------------------------------------------
Notes:

1. “Assessing Damage, Urging Action”, February 2009. International Commission of Jurists. www.icj.org.

2.The suggestions in this part is largely inspired by the research of Professor Ian Leigh at the Durham Human Rights Centre. He will publish a paper entitled ‘Rendering an Account?  Accountability, oversight and international intelligence co-operation’, in M. Nowak and R. Schmidt (eds.), Extraordinary Renditions and the Protections of Human Rights, (Neuer Wissenschaftlicher Verlag/ Intersentia,  Vienna; 2010).

3. Communication 10 June 2009 on the development of the area of freedom, security and justice in the European Union.

Παρασκευή, Οκτώβριος 30, 2009

Η οπλοκατοχή ως κακούργημα και η νομοθεσία ως φετίχ

Μετά την ποινικοποίηση της "κουκούλας" και την κατοχής αδήλωτου καρτοκινητού τηλεφώνου της προηγούμενης Κυβέρνησης, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη της νέας Κυβέρνησης εξετάζει την νομοθετική μετατροπή της παράνομης οπλοκατοχής από πλημμέλημα σε κακούργημα .

Η μόνη λειτουργία αυτής της είδησης είναι ο "καθησυχαστικός" τίτλος στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. 

Λες και πρόκειται άλλο ένα κακούργημα (στα χαρτιά) να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους σχεδιάζουν ή έχουν ήδη τελέσει κακουργηματικές πράξεις κατά της ζωής. Λες και οι πολίτες θα αισθανθούν πιο ασφαλείς επειδή ένας νόμος θα προβλέπει περισσότερα χρόνια φυλακής για ένα ποινικό αδίκημα που αφορά το πιθανό μέσο τέλεσης μιας εγκληματικής ενέργειας. 

Κουκούλες, καρτοκινητά, κάμερες, dna, άρση απορρήτου: οι έννοιες φετίχ της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, η οποία χρησιμοποιεί τη νομοθεσία περιστασιακά, εργαλειακά και επικοινωνιακά, για να δείξει στους πολίτες ότι κάτι κάνει. Χωρίς σχεδιασμό, χωρίς υπολογισμό επιπτώσεων, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο συνταγματικότητας, χωρίς γνωμοδοτήσεις ανεξάρτητων αρχών, χωρίς ηχηρό αντίλογο από τους ανθρώπους της επιστήμης.

Δεν πείθουν τέτοια μέτρα πια. Όσο αντίθετοι κι αν είμαστε στην κατοχή και χρήση όπλων, δεν μπορουν τέτοιες τροπολογίες να καλύψουν την έλλειψη σχεδιασμού μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την προστασία των πολιτών με σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και της ίδιας της νομοθετικής διαδικασίας. 

Η "κακουργηματοποίηση" της οπλοκατοχής είναι χαμένος χρόνος, χαμένη ενέργεια και, τελικά, χαμένη υπόθεση. Ασχοληθείτε με τίποτα πιο παραγωγικό. 



Τετάρτη, Οκτώβριος 28, 2009

H εκλογή από τους "φίλους" αντίθετη στην προστασία προσωπικών δεδομένων

Το 2004 το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε η εκλογή του νέου (τότε) Προέδρου του να γίνει από τα μέλη και τους φίλους του κόμματος. 

Επειδή για την εκλογική διαδικασία θα δημιουργείτο ένας κατάλογος ψηφισάντων μελών κι ένας κατάλογος ψηφισάντων φίλων του κόμματος, το ΠΑΣΟΚ υπέβαλε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων αίτημα έγκρισης της τήρησης του σχετικού αρχείου. 

Η Αρχή με την απόφαση 6/2004 έκρινε ότι για τα μέλη του κόμματος, το ΠΑΣΟΚ δεν χρειαζόταν κάποιους είδους άδεια τήρησης του εν λόγω αρχείου, επειδή αυτό το επιτρέπει ο ίδιος ο νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Για τους φίλους, όμως του κομματος, ο νόμος δεν είχε αυτή την απαλλαγή κι επέβαλε την χορήγηση προηγούμενης άδειας από την Αρχή. Η Αρχή όμως αρνήθηκε να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, λέγοντας ότι οι φίλοι του κόμματος με την εγγραφή τους στον εν λόγω κατάλογο, αποκαλύπτουν "κατά την κοινή περία" τι θα ψηφίσουν στις εθνικές εκλογές θέτοντας σε κίνδυνο την μυστικότητα της διαδικασίας. Έτσι η Αρχή ΔΕΝ χορήγησε άδεια στο ΠΑΣΟΚ για την τήρηση του εκλογικού καταλόγου των "φίλων" του κόμματος που θα προσέρχονταν να ψηφίσουν. 

Οπότε, το ΠΑΣΟΚ για να αποφύγει αυτή τη νομική σκόπελο, τροποποίησε το καταστατικό του, εξομοιώνοντας τους "φίλους" με τα κανονικά "μέλη" του κομματος, για τα οποία δεν υπήρχε πρόβλημα άδειας της ΑρχήςΤο (νέο) άρθρο 22 Α του Καταστατικού του ΠΑΣΟΚ (Κεφάλαιο 4ο «διαδικασία εγγραφής μέλους - απώλεια ιδιότητας μέλους») ορίζει τα εξής: 

«Φίλοι του κινήματος είναι όσοι έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους και εγγράφονται στους οικείους καταλόγους των οργανώσεών του. Οι φίλοι του κινήματος έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή του προέδρου, εξομοιούμενοι κατά την άσκηση  του δικαιώματος αυτού με τα μέλη». 


Μερικούς μήνες μετά, υποβλήθηκε καταγγελία εναντίον του ΠΑΣΟΚ στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, για το μητρώο των "φίλων" που  συγκροτήθηκε από την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αρχηγού κόμματος.  Τότε η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 34/2004, με την οποία διαπίστωσε ότι αφού οι φίλοι εξομοιώθηκαν με τα μέλη - με ρητή διάταξη του Καταστατικού- δεν υπήρχε κάποιο θέμα παραβίασης της νομοθεσίας των προσωπικών δεδομένων, η οποία ούτως ή άλλως περιείχε απαλλαγή από λήψη άδειας για τα μέλη.